Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume I

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume I



Μια μέρα, που ένιωσα κάπως καλύτερα, τις παρακάλεσα πάλι
να μου βάψουν το πρόσωπο. Μου το ’βαψαν. Ζήτησα έναν καθρέφτη.
Το ’χαν βαμμένο πράσινο, με μαύρο στόμα. «Ευχαριστώ», τους είπα,
σα να μην είδα τίποτα παράδοξο. Εκείνες γελούσαν. Η μια τους
γδύθηκε ολότελα μπροστά μου, ντύθηκε τα χρυσά μου πέπλα, κι έτσι
γυμνόποδη με τα χοντρά της πόδια, άρχισε να χορεύει,
πήδησε πάνω στο τραπέζι — ξέφρενη· χόρευε, υποκλίνονταν
μιμούμενη τάχα τις παλιές μου κινήσεις. Ψηλά, στο μηρό της
είχε μια δαγκωνιά από δυνατά, κανονικά, αντρίκεια δόντια.

Εγώ τις κοίταζα σα να ’μουν στο θέατρο· — καθόλου ταπείνωση ή θλίψη
ούτε αγανάκτηση — πρός τί; Μονάχα επαναλάβαινα βαθιά μου:
«μια μέρα θα πεθάνουμε», ή μάλλον: «μια μέρα θα πεθάνετε» · κι αυτό
ήταν μια βέβαιη εκδίκηση και φόβος και παρηγοριά. Κοιτούσα
κατάματα το καθετί, με μια απερίγραπτη, απαθή καθαρότητα, σάμπως
να ’ταν τα μάτια μου ανεξάρτητα από μένα· κοιτούσα τα μάτια μου τα ίδια
να στέκουν ένα μέτρο μακριά απ’ το πρόσωπό μου, σαν τα τζάμια
ενός απόμακρου παράθυρου, που πίσωθέ τους κάποιος άλλος
κάθεται και παρατηρεί ό,τι γίνεται σ’ έναν άγνωστο δρόμο
με κλειστά καφενεία, φωτογραφεία, αρωματοπωλεία,
κι είχα την αίσθηση πως ένα ωραίο κρυστάλλινο φιαλίδιο
έσπασε, και το μύρο χύθηκε στη σκονισμένη προθήκη. Όσοι περνούσαν
κοντοστεκόνταν αόριστα, οσμίζονταν τον αέρα, κάτι αγαθό θυμούνταν
κι ύστερα χάνονταν πίσω απ’ τις πιπεριές ή στο βάθος του δρόμου.

One day when I felt a bit better I asked them again

to make up my face They did I asked for a mirror

They had painted my face green with a black mouth I said to

          them “Thank you”

as if I didn’t see anything strange They were laughing One

          of them

stripped right in front of me put on my gold veils and just

           like that

in her bare feet with her fat legs started dancing

she jumped on top of the table – frenzied she danced danced

bowed as if mimicking my old movements High up on her thigh

she had a love bite from a man’s strong even teeth

I looked at them as if I were in a theater – never humiliated

          or grieved

not even indignation – what for? I only repeated deep

           inside me

“one day we shall die” or better “one day you will all die” and


was a certain victory in revenge fear and consolation I looked at

everything straight in the eye with an indescribable apathetic

           clarity as if

my eyes were independent of me I looked at my own eyes

being just a meter away from my face like the glass

of a distant window behind which someone else sits and

observes whatever happens on an unknown street

with closed up cafes photo studios perfume shops

and I had the feeling that the beautiful small crystal bottle

broke and the myrrh spilled out in the dusty showcase

Passers by stood vaguely smelling the air they remembered

           something good

and then vanished behind the pepper trees or the end of the


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s