George Seferis-Collected Poems, 3rd edition

George Seferis-Collected Poems, 3rd Edition



όνομα δ᾿ Ορέστης

Στη σφενδόνη, πάλι στη σφενδόνη, στη σφενδόνη,
πόσοι γύροι, πόσοι αιμάτινοι κύκλοι, πόσες μαύρες
σειρές. Οι άνθρωποι που με κοιτάζουν,
που με κοιτάζαν όταν πάνω στο άρμα
σήκωσα το χέρι λαμπρός, κι αλάλαξαν.

Οι αφροὶ των αλόγων με χτυπούν, τ᾿ άλογα πότε θ᾿ αποστάσουν;
Τρίζει ο άξονας, πυρώνει ο άξονας, πότε ο άξονας θ᾿ ανάψει;
Πότε θα σπάσουν τα λουριά, πότε τα πέταλα
θα πατήσουν μ᾿ όλο το πλάτος πάνω στο χώμα
πάνω στο μαλακὸ χορτάρι, μέσα στις παπαρούνες όπου
την άνοιξη μάζεψες μία μαργαρίτα.
Ήταν ωραία τα μάτια σου μα δεν ήξερες ποὺ να κοιτάξεις
δεν ήξερα που να κοιτάξω μήτε κι εγώ, χωρὶς πατρίδα
εγὼ που μάχομαι εδώ-πέρα, πόσοι γύροι;
και νιώθω τα γόνατα να λυγίζουν πάνω στον άξονα
πάνω στις ρόδες πάνω στον άγριο στίβο,
τα γόνατα λυγίζουν εύκολα σαν το θέλουν οι θεοί,
κανεὶς δεν μπορεί να ξεφύγει, τί να την κάνεις τη δύναμη, δεν μπορείς
να ξεφύγεις τη θάλασσα που σε λίκνισε και που γυρεύεις
τούτη την ώρα της αμάχης, μέσα στην αλογίσια ανάσα,
με τα καλάμια που τραγουδούσαν το φθινόπωρο σε τρόπο λυδικό,
τη θάλασσα που δεν μπορείς να βρεις όσο κι άν τρέχεις
όσο κι αάν γυρίζεις μπροστὰ στις μαύρες Ευμενίδες που βαριούνται,
χωρὶς συχώρεση.


His name is Orestes

On the track, again on the track, on the track,

how many laps, how many blood circles, how many

black rows, the people who watch me who were watching me when in the chariot

I raised my arm glorious, and they cried joyfully.

The horses’ froth strikes me, when are the horses going to tire?

The axle creaks burns, when is the axle going to catch fire?

When are the reins going to break, when will the hooves

tread on the ground with all their breadth

on the soft grass, among the poppies wherein the spring you picked a daisy.

Your eyes were lovely though you didn’t know where to look

I didn’t know where to look either, I, without a country

I who fights over here, how many more laps?

And I feel my knees giving way over the axle

over the wheels, over the wild track

knees give way easily when the gods wish it

none can escape, what can you do with your strength, you can not

escape the sea that cradled you and that you seek

at this hour of struggle, among the horse panting

with the canes that sang in the autumn to a Lydian rhythm

the sea that you can’t find no matter how you run

how you run around before the black bored Eumenides with no forgiveness.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in: Logo

You are commenting using your account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s