Nostos and Algos, poetry by Manolis Aligizakis

Δελφοί

Κι αυτό το απομεινάρι του πανάρχαιου ναού

σάν αναχωρητής του πεπρωμένου

που στην πλαγιά βουνού διαλογίζεται

κι αυτό μια μέρα θα το βεβηλώσουν

να το θυμάσαι—είπα

άντρες μιγάδες με τις φαρδιές τίς ωμοπλάτες

και ιερόδουλες με ζυγωματικά εξαίσια

τούς προκλητικούς γλουτούς κουνώντας

για τούς ανέμους ευδαιμονικά και

για τής θάλασσας τήν πρώτη αρμύρα

να το θυμάσαι—είπα

άσεμνα καταμπροστά στ’ αθώα αγάλματα

θα ιεροσυλύσουν και τη ζωή πόρνη θα πούν

με μένος και μ’ άτεκτη επιμονή βαθιά

θα θάψουν τούς παμπάλαιους θεσμούς

κι αφού αναστήσουν το πρωπατορικό μίσος

και την ενοχή, το πνεύμα θα κλείσουνε

σε φυλακή, νεκρούς νόμους θα βάλουν

για σκοπιά που να κρατούν τα μπράτσα

τής αλκής στα σίδερα και στις φωτιές

του πρωαιώνιου κακού, δικός τους ο πλούτος

της κοιλάδας και του λαού μου ο μιστός μόνο

το αίμα χυμένο σε δρόμους και σε γειτονιές

που κάποτες εσύ και γω ξέγνοιαστα παίζαμε

όνειρα σχεδιάζοντας και κατορθώματα

κι είπες—

καλό θε νάτανε να μέναμε πιστοί στα όσια

και ιερά που κάποιοι φέρανε στη γη μας

κι άς ήταν νόθα και λειψά τουλάχιστον

είχαν σαν αμοιβή το γοητευτικό παράδεισο

Delphi

Even this solemn remnant

of the ancient temple standing

like an anchorite in meditation

on the slope of the tired hill

even this they shall defile

remember it — I said

half-breed men with wide shoulder-blades

and hierodules with exquisite cheekbones

swaying their provocative buttocks

for the amusement of the winds

and for the sea’s virgin salinity

even this they shall defile

remember it—I said

aimlessly before the innocent statues

they shall desecrate and life a whore

they shall call and with stamina

and unyielding persistence they shall

bury the primeval beauty and after

they exhume the ancestral hatred

and guilt, they shall imprison pneuma

to be guarded by Herculean arms

and theirs the wealth

of the valley and my kin’s reward

blood-shed in streets and neighborhoods

where you and I once roamed and played

making plans for exploits and deeds

and you said —

it would had been better if we stayed

obedient to the holy and venerable

half-truths brought to our lands by easterners

at least they promised a gleaming Paradise

Derek Walcott-Poems in two languages

Είχα την τύχη να συναντήσω αυτό τον εξαίσιο ποιητή της Καραβαϊκής το 2010, επτά χρόνια πριν φύγει, σε εκδήλωση που οργάνωσε ο εκδότης μου Ekstasis Editions και να συνομιλήσω μαζί του για λίγη ώρα. Γεγονός που έχει μείνει ανεξίτηλο στην καρδιά μου. Του απενεμήθη το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1992.

It was my pleasure and joy to have met this great poet of the Caribbean (in 2010 7 years before his passing) at my Publisher’s event and the unparalleled experience to talk to him for a while which has left an inerrasable mark upon my heart. In 1992, Walcott won the Nobel Prize in Literature. The Nobel committee described his work as “a poetic oeuvre of great luminosity, sustained by a historical vision, the outcome of a multicultural commitment.”

WHITE EGRETS//ΛΕΥΚΟΙ ΕΡΩΔΙΟΙ

IX

We were by the pool of a friend’s house in St. Croix

and Joseph and I were talking; he stopped the talk,

on this visit I had hoped that he would enjoy,

to point out, with a gasp, not still or stalking

but fixed in the great fruit tree, a sight that shook him

“like something out of Bosch,” he said. The huge bird was

suddenly there, perhaps the same one that took him,

a sepulchral egret or heron; the unutterable word was

always with us, like Eumaeus, a third companion

and what got him, who loved snow, what brought it on,

was that the bird was such a spectral white.

Now when at noon or evening on the lawn

the egrets soar together in noiseless flight

or tack, like a regatta, the sea-green grass,

they are seraphic souls, as Joseph was.

IX

Ο Ιωσήφ κι εγώ κουβεντιάζαμε καθώς στεκόμαστε γύρο

στην πισίνα σε σπίτι φίλου στο Σάντα Κρουά όταν

σταμάτησε να μιλά, στην επίσκεψη μου αυτή ήλπιζα

πως θα απολάμβανε, και θα υπέδειχνε με θαυμασμό,

όχι αδιάφορα αλλά περήφανα την εικόνα του υπέροχου

φρουτόδεντρου που τον συνετάραξε κάτι σαν από

τα έργα του Μπός, όπως είπε. Το τεράστιο πουλί

ξαφνικά ήταν εκεί, ίσως το ίδιο που τον είχε συγκινήσει,

ένας επιτύμβιος ερωδιός ή βατραχοφάγος. Η ανείπωτη

λέξη υπήρχε πάντα, σαν τον Εύμαιο, τρίτος σύντροφος

και τί του έκανε εντύπωση αφού του άρεσε το χιόνι, τί

του το θύμισε και γιατί ήταν αυτό το πουλί ένα τόσο

υπέροχο λευκό. Τώρα κάθε μεσημέρι ή εσπέρα που

οι ερωδιοί πετούν ψηλά απ’ το γρασίδι, όλοι μαζί σε μια

άηχη πτήση ή σε σειρά σαν φρεγάτες πάνω απ’ το πράσινο

γρασίδι μοιάζουν με αγγελικέςψυχές σαν τον Ιωσήφ.

Δήμητρα Κουβάτα, Δύο ποιήματα

To Koskino

Valentine Hugo, Paw (Paw), 1937.

Comme il faut

Τη μασχάλη σου
δεν θα τη πω στιλπνή,
σαν την ανάστροφη πλευρά ενός κοχυλιού.
Αυτά είναι για τους πουριτανούς.

Θα την πω βαθιά,
σαν μια φρατζόλα ζεστό ψωμί
που παραμάσχαλα την πηγαίνω στη μάνα μου
και καθ’ οδόν την έχω σκάψει με τα χέρια μου
καταβροχθίζοντας όλη την ψίχα.

*

Αλυσόδεση

Τώρα που γκρεμίστηκες,

μακριά από τη σκιά
μακριά από τον έρωτα
σε γδέρνω και σε ποδοπατώ.

Εκεί,
κάτω απ’ το δέντρο
όπου με ήθελες
δεμένο σκυλί

έγινα ζώο άγριο και παμφάγο.

*Από τη συλλογή «Σκυλί δεμένο», Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2017.

View original post

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Το κλείσιμό του

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Το κλείσιμό του

«Βάρυνε πολύ,
σχεδόν σπάνια βγαίνουμε έξω,
μετά τη δουλειά στρώνεται στην τηλεόραση
κι αν τύχει κι έρθει κάποιος φίλος του,
αντί ν’ ανταλλάξουμε μερικές κουβέντες
κάθονται στο τάβλι,
το ίδιο και στη θάλασσα
—συνέχεια τάβλι,
θα ήταν καλύτερα να κυνηγούσε κοπέλες.»

Πώς δεν φοβήθηκε
κι ανέφερε για κοπέλες,
αφού ο φίλος της πριν μερικά χρόνια
όχι μόνο κυνηγούσε
αλλά τα ωραιότερα πλάσματα
τον κυνηγούσαν.
Ό,τι κι αν έλεγε για το κλείσιμο,
τη βουβαμάρα του,
ο μύθος του παρέμενε.

Από τη συλλογή Το γυμνό ζευγάρι και άλλα ποιήματα (1990) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

View original post

Ένα αδημοσίευτο κείμενο του Πάτρικ Λι Φέρμορ για το μάζεμα των ελιών στη Μάνη

ΕΛΛΑΣ

Σπάνια φωτογραφία του Πάτρικ Λι Φέρμορ που είχε παρουσιαστεί στην έκθεση του Μουσείου Μπενάκη Joan Leigh Fermor: «Φωτογράφος και αγαπημένη» το 2018

Στη βαθιά Μάνη. Μια μέρα που έμοιαζε η πιο ζεστή του καλοκαιριού. Καπνίζοντας Καρέλια μαζί με ντόπιους που ξαποσταίνουν κάτω από αιωνόβιες ελιές, ο Πάτρικ Λι Φέρμορ μπήκε σε μια γοητευτική αφήγηση και debate για τις καλύτερες ελιές στον κόσμο και την συγκομιδή τους.


View original post 553 more words

George Seferis-Collected Poems

GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS

ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ//ON STAGE

I

Ήλιε παίζεις μαζί μου

κι όμως δεν είναι τούτο χορός

η τόση γύμνια

αίμα σχεδόν

γι’ άγριο σχεδόν δάσο,

τότε —

1

Oh sun, you play with me

yet this is not a dance

this much nakedness

almost blood

for some wild forest;

then—

Tasos Livaditis-Selected Poems

Ο ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ πυρετός των δρόμων, οι μεγάλες απόπνοιες απ’

     τις πυρκαγιές,

και πάλι παλιές διηγήσεις, ενώ το ήρεμο αδράχτι των γυναικών

οδηγούσε μυστικά τις ώρες. Κανείς δε μας αναγνώρισε όταν γυρί-

      σαμε,

καθίσαμε κι εμείς μες στην ανωνυμία μας, σαν τον ξυλοκόπο

μες στη συγνώμη των δέντρων, ώσπου σιγα σιγά μας ξέχασαν,

δεν είχαμε ούτε όνομα, ούτε προσδοκία. Όπως τ’ αγάλματα είναι

      αθάνατα,

συντηρώντας μια θνητή μας ώρα.

THE ENDLESS fever of the roads the strong smell emitted

      by conflagrations

and again the old stories, while the women’s serene spindle

secretly guided the hours. Nobody recognized us when we

      returned

so we dwell in our anonymity like the lumberjack

in the forgiveness of the trees until slowly they forgot of us:

we had neither name nor expectation. Like the statues that are

      immortal and

they preserve our mortal hour.

Swamped, a novel by Manolis Aligizakis

SWAMPED, a novel by Manolis Aligizakis

(Excerpt)

          A little later, he said goodbye to Jonathan, asked him to make sure Alex got up on time for school, and drove downtown. He spent the morning looking after purchase orders and answering calls. One of them, as he expected, was from Herbert.

          “Good morning, Eteo.”

          “Good morning, Herbert.”

          “Give me the quote.”

          “45 to 48 cents, 260 thousand.”

          “Good. How does it look? Good buying below?”

          “Yes, plenty of orders. What should we expect now?” Eteo asked.

          “Not much until they get at least a verbal from the exchange”

          “Right, how long?”

          “A few days, not longer.”

          “Thanks a lot, Herb.”

The stock looked very good at this level, but once it started going higher, Eteo was certain many more shares for sale would show up and no one could know how it might develop from there on. However, Eteo had developed a good sense from years of doing this. He could feel when the buying was ready to dry up and it was time to unload. He was confident this sixth sense would not let him down in the Platinum Properties venture.

The morning unfolded smoothly. He was reading a mining report when Helena brought in Richard Walden. They shook hands and Eteo asked whether Richard would like to have a coffee. The older man said no and Eteo waited for him to start the conversation.

“I’m headed to the Prairies, first to Calgary to meet a few brokers and then to Saskatchewan to run over the property with the mining engineer and the two inventors. We’ll explore where to drill.”

“Sounds good. Keep me in the loop.”

“Don’t let it go below 50c. I need a good market to show the new brokers.”            

“What have you got prepared? What will your big broker at Canarim Securities do?”

“He’ll do his part, don’t worry about him; just don’t let it go below 50c.”

“As long as he plays ball, I will too,” Eteo replied. He had never liked the Canarim fellow. He was the type of person who could get up on the wrong side of the bed and throw a bunch of shares in the market expecting Eteo to chew them, and since that guy was a bigger broker, he could support his own selling with equivalent buying. Eteo had never liked the idea of supporting a market price if he was the only one doing the supporting. It was a fool’s game when everybody else was a seller.

“Eteo, can I count on you? I wouldn’t like it to go below 50c. I have to have a good market to get the new brokers on board, you know what it takes.”

Eteo’s teeth clenched and his breathing quickened. His eyebrows created the canal of anger he always felt between them when he didn’t like what he was hearing, but good politics taught him to just play along. It was one of those situations when he needed to go against his own instincts, which were telling him to throw this man out of his office. Instead Eteo just smiled at the promoter.

“I’ll keep an eye on it, and I’ll play ball, no worries,” Eteo reassured him. This seemed to pacify Richard. He offered an insecure smile, shook Eteo’s hand, and left without another word. Seconds later Logan walked in with wonder written all over his face.

“What did he want?” he asked his father.

“He’s on his way to Calgary and wants the stock to stay firm. Around the 50c level. He’s talking it up to new investors, or so he says.”

“Bullshit. He’s full of it. I knew it. He used the same line all last year.”

“I know. We filled his accounts with money and got precious little back. I wonder what his broker at Canarim is thinking now, after getting over two million shares of the shit at 65 cents, and now they’re headed nowhere but down. If he had held his position, there might have been an exit somewhere.”

“Not necessarily, Dad. Maybe that broker could afford a loss, who knows?” Logan’s tone was blasé, but his eyes reflected his disappointment that nothing better had come from Walden.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Παραστάσεις

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Παραστάσεις

Φωτογραφίες με γυμνά νεανικά σώματα
στην πρόσοψη του σινεμά,
μέσα σε γυάλινες προθήκες
πιο κάτω στη γωνία,
αλλά και πιο πέρα σ’ όλο το μήκος
της εμπορικής στοάς.
Οι γυμνές παραστάσεις
έστηναν μπλόκο σ’ εκείνο το πέρασμα,
κανείς δεν έφευγε αλώβητος.
Δύο ή τρία τετράγωνα παρακάτω
ακόμη με κυνηγούσαν
κι όλο ρωτούσαν για το σώμα σου,
αν είναι σφριγηλό και χυμώδες
αν κατέχει μυστικές, απρόσμενες,
αδίστακτες κινήσεις.

Όσο επέμεναν, εγώ φοβόμουν
κι έτρεμα ακόμη και να σε φανταστώ.

Από τη συλλογή Το γυμνό ζευγάρι και άλλα ποιήματα (1990) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

View original post

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία

Ενύπνια Ψιχίων

.

Καθότι τόσο ντελικάτες, τόσο μυστηριακές οι γυναίκες, είπε ο Πατέρας. Μια λεπταίσθητη ισορροπία περιοδικού ρύπου ανάμεσα σε δυο φεγγάρια σ’ εκκρεμότητα. Σελήνη. Σελήνες, είπε, φεγγάρια στη γέμιση, κίτρινα όπως η σελήνη του θερισμού και του Αυγούστου οι γοφοί της οι γλουτοί της. Έξω έξω απ’ αυτούς πάντοτε πλην όμως. Κίτρινο. Σαν πατούσες ποδιών απ’ το περπάτημα κάπως. Ύστερα πληροφορείσαι πως όλα αυτά τα μυστηριακά και τα επιβλητικά κάποιον άντρα έκρυβαν. Πως όλα αυτά τα εσώτερα σχημάτιζαν μία εξωτερική τρυφερότητα που προσδοκά ένα άγγιγμα για να. Υδαρής σήψη σαν πνιγμένα αντικείμενα που επιπλέουν, σαν ξεπλυμένο ελαστικό μισογεμισμένο, και αρχίζει να κολλάει μυρωδιά από αγιόκλημα όλα μαζύ ανάκατα.

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία, σελ. 153, μτφρ. Παύλος Μάτεσις, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002

Artwork: Daria Petrilli

View original post