Pelin Batu-Poems in two languages


The goddess is furious –

she found my number in her husband’s phone.

It was assuredly no fault of mine

but as any student of mythography knows

it matters not whether you are right or wrong,

once the gods are piqued, nought can or will be done.

Her mouth full of burning thorns

she inlays an ontology of anger

which is the history of metamorphosis

out fall all her unfortunates,

a host of frogs and toads…

One proud of a sweater she knit

                                    turned into an agile spider

the other of her fecundity

                                    now a sobbing rock

those who caught the eye of a lascivious god

now perfumed trees or stars studded to the sky.

Exciting their ravenous appetites, we have bled

inciting their wuthering rage, we have fled

but no earth opened for our bones

and no cave offered us refuge.

Not even the imaginary topography of Tartarus

cleaned us with her five rivers.

Will I never be forgotten

Will I never be forgiven?


Goddesses do not forget.

An eternal solitude as penance

I wait.

A torsion of a body spreading impotence

I wait.

What will I be next?


Η θεά είναι οργισμένη —

ανακάλυψε τον αριθμό μου στου άντρα της το τηλέφωνο.

Δεν ήταν δικό μου λάθος, σας βεβαιώ

μα καθώς γνωρίζει ο καθε μαθητής μυθογραφίας

δεν έχει σημασία αν είσαι σωστός ή κάνεις λάθος

όταν οι θεοί είναι πικαρισμένοι τίποτα δεν είναι δυνατό να γίνει.

Με τοο στόμα της γεμάτο καυτερά αγκάθια

καθορίζει την οντολογία της οργής

που είναι η ιστορία της μεταμόρφωσης

που κρύβει βατράχους και βατραχάκια…

Η περήφανη για το πουλόβερ που έπλεξε

μεταμορφώθηκε σ’ ευέλικτη αράχνη

η άλλη για την ευφορία της

μεταμορφώθηκε σε θρηνούντα βράχο

εκείνες που είδαν τις ερωτικές ματιες της θεάς

έγιναν αρωματικά δέντρα ή αστέρια τ’ ουρανού.

Ερεθίζοντας την αχόρταγη λαιμαργία τους έχουμε χύσει αίμα

υποδαυλίζοντας την κορυφαία οργή τους, αναχωρήσαμε

αλλά κανένα καταφύγιο δεν βρέθηκε για το σώμα μας

καμμιά σπηλιά δεν μας προστάτευσε.

Ούτε η φανταστική τοπογραφία στα Τάρταρα

με τους πέντε ποταμούς του δεν μας εξάγνισε.

Θα με ξεχάσουν ποτέ;

θα με συγχωρήσουν ποτέ;


Οι θεές δεν ξεχνούν

θα τιμωρηθώ μ’ αιώνια μοναξιά

και θα περιμένω.  


Ποιά θα είμαι την επόμενη φορά;

Daily Dose of Bhagwad Gita

Be Inspired..!!

Quotes on Gita :‘If one reads Bhagavad-Gita very sincerely and with all seriousness, then by the grace of the Lord the reactions of his past misdeeds will not act upon him’Lord Shiva to Parvatidevi, Gita-Mahatmya.

No other philosophical or religious work reveals ,in such a lucid and profound way, the nature of consciousness, the self, the universe and the Supreme. I will shall read (Youtube Link Attached) and write Gita verses from the book “Bhagvan-Gita As It Is” by Swami Prabhupada everyday.

Chapter 2 – Text 51

Chapter 2 – Contents of the Gita Summarised

Text 51 – By thus engaging in devotional service to the Lord, great sages or devotees free themselves from the results of work in the material world. In this way they become free from the cycle of birth and death and attain the state beyond all miseries [by going back to Godhead].


View original post 369 more words

Derek Walcott-Poems

Είχα την τύχη να συναντήσω αυτό τον εξαίσιο ποιητή της Καραβαϊκής το 2010, επτά χρόνια πριν φύγει, σε εκδήλωση που οργάνωσε ο εκδότης μου Ekstasis Editions και να συνομιλήσω μαζί του για λίγη ώρα. Γεγονός που έχει μείνει ανεξίτηλο στην καρδιά μου. Του απενεμήθη το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1992.

It was my pleasure and joy to have met this great poet of the Caribbean (in 2010 7 years before his passing) at my Publisher’s event and the unparalleled experience to talk to him for while, which has left an inerasable mark upon my heart. In 1992, Walcott won the Nobel Prize in Literature. The Nobel committee described his work as “a poetic oeuvre of great luminosity, sustained by a historical vision, the outcome of a multicultural commitment.”



We were by the pool of a friend’s house in St. Croix

and Joseph and I were talking; he stopped the talk,

on this visit I had hoped that he would enjoy,

to point out, with a gasp, not still or stalking

but fixed in the great fruit tree, a sight that shook him

“like something out of Bosch,” he said. The huge bird was

suddenly there, perhaps the same one that took him,

a sepulchral egret or heron; the unutterable word was

always with us, like Eumaeus, a third companion

and what got him, who loved snow, what brought it on,

was that the bird was such a spectral white.

Now when at noon or evening on the lawn

the egrets soar together in noiseless flight

or tack, like a regatta, the sea-green grass,

they are seraphic souls, as Joseph was.


Ο Ιωσήφ κι εγώ κουβεντιάζαμε καθώς στεκόμαστε γύρο

στην πισίνα σε σπίτι φίλου στο Σάντα Κρουά όταν

σταμάτησε να μιλά, στην επίσκεψη μου αυτή ήλπιζα

πως θα απολάμβανε, και θα υπέδειχνε με θαυμασμό,

όχι αδιάφορα αλλά περήφανα την εικόνα του υπέροχου

φρουτόδεντρου που τον συνετάραξε κάτι σαν από

τα έργα του Μπός, όπως είπε. Το τεράστιο πουλί

ξαφνικά ήταν εκεί, ίσως το ίδιο που τον είχε συγκινήσει,

ένας επιτύμβιος ερωδιός ή βατραχοφάγος. Η ανείπωτη

λέξη υπήρχε πάντα, σαν τον Εύμεο, τρίτος σύντροφος

και τί του έκανε εντύπωση αφού του άρεσε το χιόνι, τί

του το θύμισε και γιατί ήταν αυτό το πουλί ένα τόσο

υπέροχο λευκό. Τώρα κάθε μεσημέρι ή εσπέρα που

οι ερωδιοί πετούν ψηλά απ’ το γρασίδι, όλοι μαζί σε μια

άηχη πτήση ή σε σειρά σαν φρεγάτες πάνω απ’ το πράσινο

γρασίδι μοιάζουν με αγγελικέςψυχές σαν τον Ιωσήφ.