George Seferis-Collected Poems/3rd edition

George Seferis-Collected Poems, 3rd Edition

Mythistorema

XX


ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ

Στὸ στῆθος μου ἡ πληγὴ ἀνοίγει πάλι
ὅταν χαμηλώνουν τ᾿ ἄστρα καὶ συγγενεύουν μὲ τὸ κορμί μου
ὅταν πέφτει σιγὴ κάτω ἀπὸ τὰ πέλματα τῶν ἀνθρώπων

Αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ βουλιάζουν μέσα στὰ χρόνια ὡς ποῦ θὰ μὲ παρασύρουν;
Τὴ θάλασσα τὴ θάλασσα, ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ τὴν ἐξαντλήσει;
Βλέπω τὰ χέρια κάθε αὐγὴ νὰ γνέφουν στὸ γύπα καὶ στὸ γεράκι
δεμένη πάνω στὸ βράχο ποὺ ἔγινε μὲ τὸν πόνο δικός μου,
βλέπω τὰ δέντρα ποὺ ἀνασαίνουν τὴ μαύρη γαλήνη τῶν πεθαμένων
κι ἔπειτα τὰ χαμόγελα, ποὺ δὲν προχωροῦν, τῶν ἀγαλμάτων.

XX

Andromeda

The wound opens up again in my breast

when the stars descend as kin to my body

when silence falls under people’s footsteps.

Theses stones that sink in time, how far will they drag me with them?

The sea, the sea, who will be able to empty it?

Every dawn I see hands signaling to the vulture and the hawk

tied as I am on the rock that has become mine through pain

I see the trees breathing the black serenity of the dead

and then the smiles, the motionless, of the statues.

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II




YANNIS RITSOS II
 
ΑΓΡΥΠΝΙΑ//ΣΙΩΠΗΛΗ ΕΠΟΧΗ
 
ΑΛΛΑΓΗ (Απόσπασμα)
 
Έτσι νυχτώναμε στη μέση του δρόμου. Τα φώτα δεν μας ξέραν.
Τα σπίτια δε λέγαν καλησπέρα. Τα παράθυρα κοιτάζαν κατά μέσα.
 
Είναι βαρύ το καμπανάκι την ώρα που αλλάζει η βάρδια
κ’ η χτεσινή φουρτούνα κι ο γλόμπος του τελωνείου.

Μα πάλι πάνου απ’ τα κατάρτια, πάνου απ’ τις καμινάδες
ετούτο το ανοιξιάτικο άστρο — κοίτα το — δε θέλει να ξεφτίσει
σα μια παλιά ημερονημία γραμένη μέσα στην καμπίνα
απ’ το θλιμένο χέρι της γυναίακς του πλοιάρχου.

Κ’ η νύχτα ετούτη που γυρνάει μουντζουρωμένη και ξυπόλυτη,
έρχεται η νύχτα σαν κατάμαυρο ήμερο σκυλί του λιμανιού
κι αποκοιμιέται πάνου στα τσουβάλια της ψυχής μας άντικρυ
          στο πέλαγος.
Κάτι περιμένει η νύχτα. Και περιμένουμε.
 
Όπου νάναι θ’ ακούσουμε από πέρα το χλιμίντρισμα υοθ ανέμου.
Μια μεγάλη σταγόνα θα πει: θυμάμαι,
μια άλλη θα πει: ξαναρχίζω.
Οι σφουγγαράδες που συγγενέψαν με τα φύκια του βυθού
θ’ ανέβουν στο μουράγιο μα καπνίσουν την πίπα τους
να κοιτάξουν τ’ αστέρια τα σημάδια του καιρού
να σιγουράρουν τα σκοινιά στις βάρκες
ώσπου ν’αναβαούμε τα διπλά σκαλιά απ’ όσα κατεβήκαμε
ώσπου να λυώσει ο χάρτης όλα του τα χρώματα μονάχα σ’ ένα
         χρώμα.
Να κιόλας, πάνου απ’ την πολιτεία
ο άνεμος ξεκολλάει τις μεγάλες αφίσες των σύγνεφων.
 
 
VIGILANCE//SILENT SEASON
THE CHANGE (excerpt)


Thus night found us in the middle of the road. The lights
didn’t recognize us, the houses didn’t say good evening to us,
the windows looked inward.
 
The heavy bell announced the shift change, yesterday’s
rough sea, and the light bulb in the customs office.
 
Yet again, over the masts, over the chimneys
this spring star, look at it, doesn’t seem to fade
like an old date written by the saddened hand
of the captain’s wife inside the cabin.
 
And this smudged up and barefoot night that saunters,
this night arrives like a black tamed dog of the harbour
and sleeps on the sacks of our souls opposite
            the sea.
The night anticipates something. We do too.
 
Soon we shall hear the faraway neighing of the wind.
A large raindrop will say: I remember.
Another one will say: I start again.
The sponge gatherers who have become relatives of the sea floor
will climb up to the quay to smoke their pipe
to gaze the signs of the weather in the starlight
to secure the ropes of the boats
until we climb twice the number of steps we’ve descended
until all the colors of the map dissolve into just
             one color.
Look, the wind already unglues the big signs
             of the clouds.

Titos Patrikios-Selected Poems

TITOS PATRIKIOS, Selected Poems

ΑΠΟΓΕΜΑ

Δυο πόδια αναπαύονται

σταρένια, γερτά από το πεζούλι.

Κι ο κήπος με το πιο καλό πηγάδι, τις ροδακινιές.

Βαθύσκιωτα πόδια, πόδια σιωπηλά

να σκίζουνε με μια μικρή τους κίνηση το φως.

(Ούτε αναζήτηση ούτε προέκταση

μη με ρωτάς άν είδα

μη με ρωτάς άν ξέρω.)

Δυο γυμνωμένα πόδια που αναπαύονται

αντίκρυ στο ηλιοβασίλεμα.

AFTERNOON

Two wheaten legs rest

leaning on the ledge and

the orchard with the good water well

and the peach trees.

Shadowy legs, silent feet which

rip the light with each tiny movement;

(no quest nor extension

don’t ask me whether I saw

whether I know)

two naked legs rest

opposite the sundown.

Katerina Anghelaki Rooke, Selected Poems

THE VITOS CALENDAR

                                        To the memory of Nikos Kazantzakis

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΒΥΤΟΥ

Τέταρτη Μέρα

Χλομά τα πρόσωπα των δέντρων

μόλις που εμφανίζονται στους μιρκούς ύπνους.

Γυμνός ο αγέρας

χωρίς μηνύματα γαζίας.


Τα επτά κορίτσια

κλείνουν τους λαιμούς στο φόβο.

Φοβούνται το φως, τη βροχή

τα χέρια τους αμάθητα

μην αγριέψουν στην αρμύρα.

Αποχαθρετούν τα ονόματα τους

και τα μαλλιά τους.

FOURTH DAY

Pale faces of trees

vaguely visible in light sleep

plain wind without

the message of the acacia.

The seven girls

close their necks to fear.

Afraid of the light, the rain

that their unlearned hands

won’t get wild of the salinity.

They wave goodbye

to their names and hair.

Daily Dose of Bhagwad Gita

Be Inspired..!!

Quotes on Gita :‘If one reads Bhagavad-Gita very sincerely and with all seriousness, then by the grace of the Lord the reactions of his past misdeeds will not act upon him’Lord Shiva to Parvatidevi, Gita-Mahatmya.

No other philosophical or religious work reveals ,in such a lucid and profound way, the nature of consciousness, the self, the universe and the Supreme. I will shall read (Youtube Link Attached) and write Gita verses from the book “Bhagvan-Gita As It Is” by Swami Prabhupada everyday.

Chapter 2 – Text 61

Chapter 2 – Contents of the Gita Summarised

Text 61 – One who restrains his senses, keeping them under full control, and fixes his consciousness upon Me, is known as a man of steady intelligence.

Purport – That the highest conception of yoga perfection is Kṛṣṇa consciousness is clearly explained in this verse. And unless one is Kṛṣṇa conscious it is…

View original post 383 more words

Τόλης Νικηφόρου, κάπου εδώ περιπλανιέται

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

κάπου εδώ περιπλανιέται

βλέπω μια γκρίζα και μελαγχολική
παλιά φωτογραφία της γενέθλιας πόλης

από τη μια άκρη της παραλίας ως την άλλη
βυθίζομαι στα κάθετα δρομάκια
στα λιτά έρημα καφενεία
στα μέγαρα με τα κλειστά παραθυρόφυλλα

κάπου εδώ κρύβεται η νιότη μου
κάπου εδώ περιπλανιέται
με το βλέμμα χαμένο στον ορίζοντα
επαναστατημένη κι ονειροπόλα

μια νιότη που δεν γνώριζε την αθωότητά της
κάπου στο παρελθόν περιπλανιέται
στο τίποτα και στο πουθενά
και πίσω από δακρυσμένα μάτια

Από τη συλλογή ανώνυμοι (2021) του Τόλη Νικηφόρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τόλης Νικηφόρου

View original post