Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ/PERSEPHONE

(Απόσπασμα)

Κι άξαφνα
είδα ορθωμένα μπρος στα μάτια μου τα δυο κατάμαυρα άλογά του
σαν τυφλωμένα απ’ το φως, (τα ’δα μες στο νερό κι εκείνα). Φώναξα,
όχι από φόβο αλλά από θάμπος, σαν να με κατάπιε το λουλούδι εκείνο,
σα να ’πεσα μες στο πηγάδι, σα να πήδησα μεμιάς όλη τη σκάλα
ώς τα δωμάτια των υπηρετών· κι ένιωσα στο γυμνό μου πέλμα
το εξαίσιο γλίστρημα του κάτω ημικύκλιου. Μόλις που πρόφτασα
να δω που πέφτανε σ’ αυτό το ρήγμα τα κανίσκια σας με τα λουλούδια,
η κρήνη του κήπου, το πέτρινο λιοντάρι, η χάλκινη χελώνα.

Θυμάμαι αυτή την αυστηρή, εσωτερική πυκνότητα, και πάνω της
σας άκουσα να με φωνάζετε με τ’ όνομά μου·
και τ’ όνομά μου ήταν ξένο· κι οι φίλες μου ξένες·
ξένο το επάνω φως με τα τετράγωνα, κάτασπρα σπίτια,
με τους σαρκώδεις, πολύχρωμους καρπούς, προσποιητούς κι αυθάδεις,
μ’ εκείνο το εύθραυστο, αδηφάγο στόμα των δημητριακών. Δε φοβήθηκα διόλου.


(Excerpt)

And suddenly

I saw in front of my eyes his two jet black horses

as if blinded by the light, I saw them in the water too.

I yelled not from fear but from the dazzle, as if that

flower swallowed me, as if I fell in the water well,

as if I descended the ladder with one jump down

to the servants’ rooms and I felt the exquisite slip

of the lower semicircle on my bare soles; I just saw

how your baskets with the flowers, the garden fountain,

the stone lion, the bronze turtle, fell in the earth schism. 

I remember this austere internal heaviness and on it

your voices calling my name and my name was foreign

to me; my friends foreign to me too, and the light over

the earth with its square, all white houses, with the fleshy,

colorful fruits, audacious and provoking, with that

gluttonous mouth of the grains. I wasn’t afraid of anything.

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

YANNIS RITSOS-VOLUME II

Ισμήνη//Ismene

(Απόσπασμα)

Βεβαίως, λίγη φωτιά στο τζάκι, το χειμώνα, κάτι αξίζει· —
πάντοτε μ’ ενδιέφεραν οι φλόγες με τις εύκαμπτες χορευτικές κινήσεις,
με τους πολύχρωμους, ασώματους αγγέλους, με τις σκιές τους
στο ταβάνι, στους τοίχους· — η σκιά του μεγάλου αργαλειού ή της ανέμης,
η σκιά μιας κιθάρας που κρέμεται στο στύλο· και περισσότερο απ’ όλα,
αν είναι σώματα γυμνά — μεγεθυσμένες οι σκιές των μελών τους
επάνω στο ίδιο τους το σώμα, σαν ένα άλλο σώμα
μελανό κι ερυθρό· — η σκιά του στήθους κάτω απ’ το στήθος
με τη θηλή υπογραμμισμένη· η σκιά του στόματος μέσα στο στόμα·
εκείνη η τρομερή σωματική βεβαιότητα, η εξαίσια εχθρότητα,
όπως ορθώνονται τα μέλη, και μετά το ευγενικό τους λύγισμα
μέσα σε μια βαθιά κατάνυξη, κι όχι ταπείνωση. Το λύγισμα
είναι θαρρώ το μέτρο του ύψους. Οι πάντα φοβισμένοι
δεν έχουν τη δύναμη (καθώς, λόγου χάρη, η αδελφή μου) να σκύψουν,
και το ύψος τους είναι μονάχα μια παγωμένη ακαμψία.
Ποιά η περηφάνια τους, λοιπόν; Ποιά η άνεσή τους;

(Excerpt)


Of course some fire in the fireplace during the winter is

             a good thing;

I always had an interest in the flames with their pliant

dancing motion, their colorful, fleshless angels,

with their shadow on the ceiling, the walls — the shadow

of the loom or the spinning wheel, the shadow of a guitar

hanging from the post and most of all, gigantic shadows

of limbs of naked bodies, attached to the bodies, as if they were

different bodies, brown or black. The shadow of the breast

below the breast, its nipple underlined. The shadow of the mouth

inside the mouth, that horrific body certainty, the superb enmity,

as the limbs rise and after their polite flexing in a deep devoutness

yet never humiliation. The flexing represents the measure of height.

Who is always afraid doesn’t have the strength, my sister

for example, to bend down, and their height is nothing but

a frozen stiffness. Then, what of their pride?

               What of their comfort?

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume I

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume I

ΕΛΕΝΗ — HELEN

(Απόσπασμα/excerpt)

Είναι κάτι παράξενες στιγμές, μοναχικές, σχεδόν αστείες. Ένας άνθρωπος
περπατάει μεσημεριάτικα φορώντας στο κεφάλι του μια καλαθούνα· το καλάθι
του κρύβει ολάκερο το πρόσωπο σα να ’ναι ακέφαλος ή μεταμφιεσμένος
μ’ ένα τεράστιο αόμματο, πολυόμματο κεφάλι. Ένας άλλος,
καθώς σεργιανάει ρεμβαστικά στο σούρουπο, σκοντάφτει κάπου, βλαστημάει,
γυρίζει πίσω, ψάχνει· — μια ελάχιστη πέτρα· τη σηκώνει· την ασπάζεται· τότε
θυμάται να κοιτάξει ολόγυρά του· απομακρύνεται ένοχα. Μια γυναίκα
χώνει το χέρι της στην τσέπη της· δε βρίσκει τίποτα· βγάζει το χέρι της,
το υψώνει, το παρατηρεί προσεχτικά, σα χνοτισμένο από την πούδρα του άδειου.

Ένα γκαρσόνι έχει σφαλίσει μες στη φούχτα του μια μύγα — δεν την πιέζει·
ένας πελάτης τον φωνάζει· ξεχάστηκε· ξεσφίγγει τη φούχτα του· η μύγα
πετάει ψηλά, κάθεται στο ποτήρι. Ένα χαρτί κυλάει στο δρόμο
δισταχτικά, με πολλές παύσεις, χωρίς να επισύρει
την προσοχή κανενός, — κι αυτό του αρέσει. Μα πάλι, κάθε τόσο,
αφήνει ένα τρίξιμο ιδιαίτερο, που το διαψεύδει· σα να γυρεύει τώρα
κάποιον αδέκαστο μάρτυρα για τη σεμνή, μυστική του πορεία. Κι όλα τούτα
έχουν μια έρημη, ανεξήγητη ομορφιά κι ένα βαθύτατο πόνο
από δικές μας, ξένες κι άγνωστες, χειρονομίες — δεν έχουν;

There are certain strange lonely moments almost funny A

            man

walks at midday having a huge basket on his head

            the basket

hides his whole face as if he is headless or disguised

with an enormous eyeless plural-eyed head A different man

as he saunters romantically in the dusk stumbles on something

            curses

turns back searches – a very small stone he picks it up

            he kisses it then

he remembers to look around him he leaves as if guilty

           A woman

slips her hand in her pocket she doesn’t find anything

           takes her hand out

raises it observes it carefully as if it was steamed up by

            the powder of emptiness

A waiter has caught a fly in his palm – he doesn’t

            squeeze it

a customer calls him he forgets opens his palm

           the fly

flies away and sits on the glass A piece of paper rolls

down the street hesitantly with many interruptions without

attracting attention from anybody – and it likes this But then

every so often it makes a certain crackle opposing itself as if

           looking

for an unbiased witness for its humble secret route And

           all these things

have a desolate and inexplicable beauty and a deep pain

because of our own known and unknown gestures – don’t they?

Daily Dose of Bhagwad Gita

Be Inspired..!!

Quotes on Gita :‘If one reads Bhagavad-Gita very sincerely and with all seriousness, then by the grace of the Lord the reactions of his past misdeeds will not act upon him’Lord Shiva to Parvatidevi, Gita-Mahatmya.

No other philosophical or religious work reveals ,in such a lucid and profound way, the nature of consciousness, the self, the universe and the Supreme. I will shall read (Youtube Link Attached) and write Gita verses from the book “Bhagvan-Gita As It Is” by Swami Prabhupada everyday.

Chapter 2 – Text 62

Chapter 2 – Contents of the Gita Summarised

Text 62 – While contemplating the objects of the senses, a person develops attachment for them, and from such attachment lust develops, and from lust anger arises.

Purport – One who is not Kṛṣṇa conscious is subjected to material desires while contemplating the objects of the senses. The senses require real engagements, and…

View original post 226 more words

Τόλης Νικηφόρου, το θέατρο του παραλόγου

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

το θέατρο του παραλόγου

οι απόκληροι
που γεννιούνται καταδικασμένοι
και χάνονται νωρίς
χωρίς καμία ευκαιρία στη ζωή

οροσειρές αδικίας
ωκεανοί δακρύων

οι ευτραφείς πομπώδεις ιερείς
που υμνούν έναν πανάγαθο
έναν παντοδύναμο θεό
σε μεγαλοπρεπείς ναούς

το αιχμάλωτο πλήθος που καταπίνει
το τεράστιο ψεύδος
ως καταφύγιο από χιλιάδες φόβους
και κυρίως τον φόβο του θανάτου

κι όσοι στην ερημιά απελπισμένοι
από το θέατρο αυτό του παραλόγου
γράφουν μάταιες λέξεις και δακρύζουν

Από τη συλλογή ανώνυμοι (2021) του Τόλη Νικηφόρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τόλης Νικηφόρου

View original post

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Τεχνητοί άνθρωποι

To Koskino

Απ’ αυτούς –
και τους καλούς,
και τους από κόμπρες πιο φαρμακερούς –
Η Σοβιετία
Είναι πλημμυρισμένη.
Ποιος κάνει
τους ανθρώπους
τους τεχνητούς;
Ποια Γκουζόν φορτωμένη;
Για συντομία
αυτό το θέμα δε θα πιπιλίσω
(χωρίς κακία,
χωρίς χαρά),
αντικειμενικά
τον άνθρωπο του συστήματος –
το «γραφειοκράτη»
θα ζωγραφίσω.
Οι φτέρνες – κάτω,
πάνω – φαλακρός,
οργανισμός, σαν οργανισμός.
Αλλά μέσα
Αντί για φωνή –
Συσκευή για παραγωγή
τυποποιημένων εκφράσεων.
Ακαταστασία στην επιχείρηση –
σαν άδης βροντάει,
φασαρία και φωνή.
Κι εκείνος, σαν κούκος,
Δυο λέξεις ξερνά:Όσον αφοράει
να συμφωνηθεί!
Τα ιδρύματα βυθισμένα στην τεμπελιά.
Προωθούν με μακρόχρονες αναβολές τη δουλειά.
Κι αυτός
σε κάθε αίτηση
απαντάει

Δε βαριέσαι,
θα ευθυγραμμιστούμε όσον αφοράει. –
Χρειάζεται ικανότητα,
χρειάζεται αυτοθυσία,
για να επιπλεύσεις
στο βούρκο του γραφείου,
κι εκείνος
ανασηκώνει τους ώμους με απορία:

Μπερδεμένα! –
Από τη διεύθυνση
κατευθείαν σαν κλέφτης
τρυπώνει
ο τυχοδιώκτης κι εγκληματίας,
κι αυτός
δηλώνει
με των ψαριών…

View original post 71 more words