Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III


7 Νοεμβρίου 1948

Η Κυριακή πέρασε ήσυχα. Τα παιδιά παίξαν μπάλλα.

Ζωγράφισα ένα κλωναράκι μυγδαλιά σε μια ξύλινη ταμπακιέρα.

Θαν του αρέσει λέω το μπαρμπα-Δρόσου.

Ίσως θαν του άρεσε πιότερο έναπουλί μ’ ανοιχτό στόμα.

Μ’ αρέσει να σκέφτουμαι τί θ’ άρεσε στο μπαρμπα-Δρόσο.

Είμαι χαρούμενος και το ξέρω πούμαι χαρούμενος.

Ένα καλό φεγγάρι μου φωτάει και γράφω.

Έχω ένα τηλεγραφόξυλο φίλο μου.

Ακούω κάτι κουδούνια — είναι τα πρόβατα

που βόσκουν πιο κάτου στο χωράφι. Τα πρόβατα

είναι τα μικρότερα αδέρφια μου. Σκέφτουμαι

ένα καινούργιο παραμύθι με πικροδάφνες

με πρόβατα, με μιαν άγρια κοπέλα

πούχει βραγμένες τις πλεξούδες της στο φεγγάρι.

Γιατί μιλάω ακόμα; Μήπως φοβάμαι;

Πρέπει να παώ για το συσσίτιο. Καληνύχτα φεγγάρι.

Καληνύχτα κουδούνια. Ο Πανούσης είναι ήσυχος.


7th of November/evening

We spent Sunday peacefully. Boys played soccer.

I drew an almond twig on a wooden cigarette case.

Uncle Drosos must like it, I thought.

Perhaps he’d like a bird with open beak.

I like to think of what uncle Drosos might like.

I’m joyous and I have sense of it and

that doesn’t stop me from being joyous.

The good moon lights my space and I can write;

I have made a friend of the telegraph pole;

I hear bells from a flock of lambs which

graze the field down there. The lambs are

my younger brothers. I imagine of a new fairy tale

with bitter oleanders, sheep, a wild girl

with her goldi-locks wet by the moon.

Why am I still talking? Am I afraid?

I have to go for the mess. Good night moon.

Good night bells. Panoussis is peaceful.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s