Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III


9 Νοεμβρίου — Βραδάκι

Χειμώνιασε άξαφνα. Μυρίζει βροχή.

Μεγάλοι νοτιάδες ξεριζώνουν τ’ αγκάθια, τα κολλούν στο


Φορέσαμε τα σακκάκια μας. Βάλαμε τα χέρια στις τσέπες.

Ένα σύννεφο κατέβηκε στη μέση του δρόμου

πήρε στην μπάντα τα τηλεγραφόξυλα, κάτι του ςλέει.

Εμείς ξέρουμε πως ότι κι αν πούνε

το ψωμί είναι πάντα ψωμί και το δίκιο δίκιο.

Κι ούτε μας μέλει καθόλου για τις κρυφές κουβέντες τους.

Πέρσασε τ’ α[πογευματινό λεωφορείο φορτωμένο αλεύρια

άφησε πίσω του ένα σκισμένο φάκελλο και φλούδες από πορτοκάλια.

Ένας-ένας οι εξόριστοι βγήκαν και κατουρήσαν στο γρασίδι

σπρώχνοντας με το κούτελο τον άνεμο

ύστερα στάθηκαν και κοίταξαν τα σύννεφα.

Κάπου μυρίζει ακόμη ρετσίνι και τζιτζίκια.

9th of November/ evening

Suddenly winter came. It smells of rain.

Strong south winds uproot the thorny shrubs,

          blow them onto the barbwires.

We put on our jackets. Put our hands in our pockets.

A cloud descended to the middle of the road,

took the telegraph poles aside, talked to them.

We know, though, that whatever they talk about

the bread will remain bread and the just just.

And we don’t mind their secret talk at all.

The afternoon bus, loaded with flour, passed.

It left behind a ripped envelope and orange peels.

One by one all the exiles went out and urinated

           on the grass

they pushed against the wind with their foreheads.

Soon after, they stood and gazed at the clouds.

Somewhere it smelled of raisin and cicadas.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s