Αισχύλεια 2021: Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην Ελευσίνα

ΕΛΛΑΣ

Η Νατάσα Μποφίλιου και οι Θέμης Καραμουρατίδης και Γεράσιμος Ευαγγελάτος

Δυνατά ονόματα της μουσικής, του θεάτρου και του χορού παίρνουν μέρος στα φετινά Αισχύλεια της Ελευσίνας σ’ ένα πρόγραμμα, που μαζί με εικαστικά και κινηματογραφικές προβολές αρχίζει στις 22 Αυγούστου και θα διαρκέσει ως τις 26 Σεπτεμβρίου.


View original post 913 more words

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

EXILE DIARIES

10 Νοεμβρίου — Βράδι.

Αγέρηδες και πάλι αγέρηδες. Ένα παραθυρόφυλλο

σα να χειροκροτάει την ερημιά. Το κομμένο χέρι της νύχτας,

το σπασμένο φανάρι του φεγγαριού, τα ψίχουλα του τίποτα.

Πού πήγαν τα καλάθια με τα σταφύλια;

Πού κρύψαν τα καλοκαιριάτικα παπούτσια;

Εκείνη την καλή ευπιστία, την προκαταβολική συγκατάνευση;

Τ’ αμάξι του ταχυδρομείου αργοπορεί πίσω απ’ τον άνεμο.

Μονάχα τ’ αδειανά βαρέλια της κακοκαιριάς κυλάν στη στέγη.

Σπάζουν τα κεραμίδια, πέςφτουν οι καμπάνες.

Και πάλι τα σύννεφα κι ο αγέρας

κι ο βήχας των άστρων όλη νύχτα

και το πηγάδι ανάμεσα σε δυο λόγια.

Τίποτα δεν μπορείς να ξεδιαλύνεις.

Το μουγγό παιδί ο μουγγός πατέρας

η μια λάμπα και το τσιγάρο

τα ψαροκόκκαλα στον τοίχο από μια μισοτελειωμένη χειρονομία

το ανοιγόκλεισμα των ματιών του τυφλού

δυο σφραγισμένα αστέρια.

Μην πεις άλλο πιο κάτου. Έν απόδι

άχ, ένα σίγουρο πόδι να πατήσει το χώμα

να μη ρωτήσει, να βαδίσει,

ένα κουφό πόδι — καθόλου δεν ακούει

εμάς που μιλάμε πίσω απ’ τα δόντια μας

δείχνοντας πως δεν ξέρουμνε τίποτα, δείχνοντας

πως μπορούμε να κάνουμε και χωρίς να μιλάμε.

10th of November/night

Winds upon winds; a window shutter claps

as if saluting the forlornness, the severed arm

of the night, the broken lamp of the moon,

          the crumbs of nothing.

Where are the baskets with the grapes?

Where did they hide the summer shoes,

that good credulity, the upfront agreement?

The post office cart delays behind the wind.
Only the empty summer barrels of loneliness

           roll on the roof.

The tiles break, bells tumble;

then again the clouds and the wind

and the stars that cough all night long

and the water well between two words.

You can’t see anything clearly;

the deaf child, the deaf father,

one lamp next to the other,

the coffee cup, the cigarette,

the fish-bones on the wall created by a half

           completed gesture,

the blinking of the blind man’s eyes,

           two sealed stars.

Don’t say anything else. A foot, ah,

a certain foot that will step on the ground

to walk, without asking, a deaf foot;

it doesn’t hear us at all, as we speak between

our teeth, pretending we don’t know anything,

pretending we can exist without saying anything.

J. Michael Yates-Poems in two languages

J. Micheal Yates-Poems//translated by Manolis Aligizakis

From the book, “Nothing Speaks for the Blue Moraines”

ΘΑΝΑΤΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ

V

Ο πρώτος ζωντανός αποσπάται.

Ψυχές αυτοκτονίας γεμίζουν

το κενό στο σχήμα V χηνών στον αέρα

που κατευθύνονται προς τα δηλητηριώδη εδάφη.

Δεν είχα χρόνο να θυμηθώ να αυτοκτονήσω.

Δηλητήριο στα έντερα του καιρού

κυκλικά σύννεφα και βαμμένος ουρανός

στις κινήσεις ενός ψαριού που ασφυκτυά στον αέρα.

Πάντα κρατούσα την ανάσα μου πριν πω την τελευταία λέξη.

Άνοιξη, τότε: ένας κόκκος στη αχτίνα του θανάτου.

Κόκκος σκόνη. Παράξενο, είμστε όλοι φτιαγμένοι

σχεδόν καθ’ ολολκηρίαν από νερό.

Εκτός απ’ τη σκόνη. Η ομορφιά ήταν νερό, ο

εγκέφαλος νερό

όμως πάντα κάτι ήταν σκόνη στην επιφάνεια

του πιάνου που αντιφέγγιζε κι έπεφτε

σαν καταρράκτης στο τζάμι του παραθυριού.

DEATH THE FIRST

V

The first of living unclenches

souls of the suicides fill

the spaces among a V of geese

going toward the poisoning  grounds.

There was no time to remember to be my murderer.

botulism in the entrails of the weather

twists the clouds and color of sky

in the motions of a fish strangling in air.

I’d always been gathering breath for the last thing to say.

Spring, then, a mote in the ray of dying.

Dust. Surprisingly, we were all made of almost all water.

Except for the dust. Beauty was water, brain was water,

but something was always dust clinging to the shine

of a piano-top and cataracting the window.