Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III


10 Νοεμβρίου — Βράδι.

Αγέρηδες και πάλι αγέρηδες. Ένα παραθυρόφυλλο

σα να χειροκροτάει την ερημιά. Το κομμένο χέρι της νύχτας,

το σπασμένο φανάρι του φεγγαριού, τα ψίχουλα του τίποτα.

Πού πήγαν τα καλάθια με τα σταφύλια;

Πού κρύψαν τα καλοκαιριάτικα παπούτσια;

Εκείνη την καλή ευπιστία, την προκαταβολική συγκατάνευση;

Τ’ αμάξι του ταχυδρομείου αργοπορεί πίσω απ’ τον άνεμο.

Μονάχα τ’ αδειανά βαρέλια της κακοκαιριάς κυλάν στη στέγη.

Σπάζουν τα κεραμίδια, πέςφτουν οι καμπάνες.

Και πάλι τα σύννεφα κι ο αγέρας

κι ο βήχας των άστρων όλη νύχτα

και το πηγάδι ανάμεσα σε δυο λόγια.

Τίποτα δεν μπορείς να ξεδιαλύνεις.

Το μουγγό παιδί ο μουγγός πατέρας

η μια λάμπα και το τσιγάρο

τα ψαροκόκκαλα στον τοίχο από μια μισοτελειωμένη χειρονομία

το ανοιγόκλεισμα των ματιών του τυφλού

δυο σφραγισμένα αστέρια.

Μην πεις άλλο πιο κάτου. Έν απόδι

άχ, ένα σίγουρο πόδι να πατήσει το χώμα

να μη ρωτήσει, να βαδίσει,

ένα κουφό πόδι — καθόλου δεν ακούει

εμάς που μιλάμε πίσω απ’ τα δόντια μας

δείχνοντας πως δεν ξέρουμνε τίποτα, δείχνοντας

πως μπορούμε να κάνουμε και χωρίς να μιλάμε.

10th of November/night

Winds upon winds; a window shutter claps

as if saluting the forlornness, the severed arm

of the night, the broken lamp of the moon,

          the crumbs of nothing.

Where are the baskets with the grapes?

Where did they hide the summer shoes,

that good credulity, the upfront agreement?

The post office cart delays behind the wind.
Only the empty summer barrels of loneliness

           roll on the roof.

The tiles break, bells tumble;

then again the clouds and the wind

and the stars that cough all night long

and the water well between two words.

You can’t see anything clearly;

the deaf child, the deaf father,

one lamp next to the other,

the coffee cup, the cigarette,

the fish-bones on the wall created by a half

           completed gesture,

the blinking of the blind man’s eyes,

           two sealed stars.

Don’t say anything else. A foot, ah,

a certain foot that will step on the ground

to walk, without asking, a deaf foot;

it doesn’t hear us at all, as we speak between

our teeth, pretending we don’t know anything,

pretending we can exist without saying anything.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s