Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

Exile Diaries

19 Νοεμβρίου

Τα παιδιά μεγαλώνουν. Βάζουν τα χέρια στις τσέπες.

Μέσα στις τσέπες έχουν ένα σκοτωμένο μολυβένιο στρατιωτάκι.

Η μάνα τους φοράει γυαλιά κάθε που μπαλώνει τις κάλτσες τους.

Όλες οι μανάδες είναι σταχτιές το Σαββατόβραδο

και πιότερο την Κυριακή, όταν βρέχει.

Μπορεί γι΄αυτό ν’ αρρώστησα κι εγώ. Κάθουμαι

στ’ αχυρένιο μου στρώμα. Μπαίνει ο Βασίλης.

Ανάβει τη λάμπα. Δε μιλάει. Περιμένει. Ακούγεται

ο κρότος απ’ το κομπολόι του μπάρμπα-Φώτη

σα ν’ ανάβουν ένα-ένα τα φώτα

σε σπίτια πολύ μακρινά ή σε καράβια.

19th of November

The boys grow; they put their hands in their pockets.

They hide a lead, dead little soldier in their pockets.

Their mother wears glasses each time she mends their

            socks.

All mothers look gray each Saturday night and more so

on Sundays when it rains; because of this I perhaps

got sick. I sit on my hay mattress. Vasilis comes in and

lights the lamp. He’s silent. He waits. The sound of

uncle Fotis’ worry beads is heard as if all the lights are

turned on one by one in the faraway houses or ships.

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

YANNIS RITSOS-Poems, Selected Books, Volume ΙI

ΑΓΡΥΠΝΙΑ/VIGILANCE

ΤΙ ΩΡΑ ΝΑΝΑΙ

(Απόσπασμα ΙΙΙ)

Όταν οι σκιές των σύγνεφων θα δρασκελάνε με πλατιά βήματα

         την πολιτεία

όταν θάρθει πίσω το μεγάλο κήρυγμα των ανέμων

όταν τα δέντρα θα κυνηγάς τον ίσκιο τους στον ουρανό

μοιράζοντας με τα σύγνεφα τα κουρέλια μιας βιαστικής θύελλας

όταν τα φορέματα των γυναικών θα κολλάνε στα σκέλια τους

και πίσω τους θα συνεχλιζεται ο άνεμος με τα σκισμένα τοπία

τότε θα ξετρυπώσουν τα κυκλάμινα στις σχισμλαδες των βράχων

και το στόμα της βραδιάς θάναι μπουκωμένο με το αμίλητο νερό

και το μπαλωμένο παλτό του φθινοπώρου θάχει τα τετράγωνα της

         θλίψης στους αγκλωνες και στα πέτα,

Ά, τότε πόσα αμάξια θα κυλήσουνε στο νοτισμένο δρόμο

        φορτωμένα με καλάθια και σανό

ίσια πιο πέρα απ’ τα χωριά της άνοιξης, ίσια απ’ της

         ξεγνοιασιάς τους κάμπους

κ οι λάμπες του πετρελαίου θ’ ανοίξουν όλη τους τη μνήμη

επάνου απ’ τ’ανοιχτά βιβλία, επάνου απ’ τα κλεισμένα χέρια.

When the shadows of the clouds will pass over

             the city with big strides,

when the great message of the winds will return,

when the trees will chase their shadow in the sky

sharing with the clouds the rags of a wild tempest,

when the dresses of women get glued on their legs

and the wind with the ripped landscape will carry on

             behind them

the cyclamens will poke up through schisms of the rocks

and the mouth of the night will be muffled by the water

of forgetfulness and the patched autumn overcoat will

show its square patches on the elbows and the lapels —

ah, at that time, many carts will roll down the damp road,

              loaded with baskets and hay,

straight from the villages of spring, straight from

              the carefree of the plains

and the oil lamps will light all their memories

over the open books, over the crossed arms.

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume I

YANNIS RITSOS-Poems, Selected Books, Volume Ι

Αντικαταστάσεις//Replacements

ΤΟ ΛΑΘΟΣ

Μίλησε ωραία, με λέξεις απλές, ελαφρά αφηρημένες,

όπως ταιριάζει σε τεχνίτη του λόγου. Όμως σε κάποοιο σημείο

ένα σφάλμα ασυγχώρητο — η λέξη εκείνη

θα `πρεπε να `χε παραλειφθεί, για να φανεί καθάριο

το βαθύ ρήγμα, η απουσία. Ύστερα, βέβαια, ξεχάσαμε

άν ήταν η λέξη χερσόνησος ή η λέξη σφυρί.

The Error

He spoke eloquently using simple words slightly abstract

as it suits a master of speeches. However at one point

an unforgivable mistake – that word

it should had been left out so that the deep loss the absence

would be more obvious. Then of course we forgot

whether that word was the word cape or the word hammer

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Ναρκισσισμός

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Ναρκισσισμός

Εκτός απ’ την αγάπη μου
έχεις κι ένα κρυφό ναρκισσισμό
να σε τρέφει, να σε στηρίζει
και που έντεχνα σκεπάζεις.
Φταίει γι’ αυτό η ομορφιά σου
που εξάπτει τη φαντασία μου,
φταίει η μελαγχολία σου
που συγγενεύει με τη δική μου.
Ένα κρυφό ναρκισσισμό
που του δίνεσαι
όποτε σου κάνει κέφι.

Από τη συλλογή Το γυμνό ζευγάρι και άλλα ποιήματα (1990) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

View original post