Tasos Livaditis-Selected Poems

ΑΝΩΜΑΛΑ ΠΑΘΗ

     Κάποτε θα θυμηθώ κάτι τόσο ωραίο, θα `ναι φθινόπωρο σ’

εκείνη τη μικρή πάροδο με τα υαλοπωλεία, εκεί που, όταν ξεπέσα-

με, ο πατέρας πουλούσε ονειροκρίτες — από τότε δεν ξαναβγήκα απ’

τ’ όνειρο κι όμως κρύωνα, αλλά μπορούσα τουλάχιστο να παραδοθώ

στ’ανώμαλα πάθη μου: τη μελαγχολία ή το συνωστισμό — γιατί,

ας είμαστε ειλικρινείς, εγώ κανένανν ποτέ δεν αγάπησα κι αυτό το

τρυφερό βλέμμα μου ήταν για εντελώς ιδιωτική χρήση

     σαν τήν αθανασία των ποιητών.

PERVERTED PASSION

     Someday I’ll remember of something so nice, it’ll be

autumn in that narrow side-street with the glass shops where

when we went bankrupt father sold dream books — since then

I never got out of the dream although I was cold; at least I could

fall back onto my perverted passion: melancholy or crowding —

because, let’s be honest, I never loved anybody and this tender

glance of mine was just for personal use

     like the immortality of the poets.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Ενθυμήματα

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Ενθυμήματα

Του έκανε δώρο δύο κάστανα φτιαγμένα από ορείχαλκο
–στο κανονικό τους μέγεθος–
δώρο διακοσμητικό για τη βιβλιοθήκη του.

Μετά από χρόνια εκείνη τον εγκατέλειψε.
Έμεινε απαρηγόρητος,
πέρασε τον τρισκατάρατο τυφώνα του χωρισμού.

Κι όμως δεν είναι λίγες οι φορές
που οι καμπύλες από τα δύο κάστανα
–πάντα το ίδιο ράφι της βιβλιοθήκης–
με αποχαύνωση του θυμίζουν
κάτι από τις πανέμορφες καμπύλες της,
τις καμπύλες στο στήθος και στη ρώγα.

Η παραμυθία της αποχαύνωσης.
Τα κάστανα από ορείχαλκο
ανεκτίμητα ενθυμήματα.

Από τη συλλογή Ο κόσμος απροκάλυπτα (2018) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

View original post

Στο «φως» ερείπια ελληνορωμαϊκού οικισμού στα τείχη της Αλεξάνδρειας

ΕΛΛΑΣ

Τα ερείπια ενός οικισμού της ελληνορωμαϊκής εποχής της Αλεξάνδρειας, που υπήρξε και εμπορικό προάστιο, έφερε στο φως η αιγυπτιακή αρχαιολογική σκαπάνη στην περιοχή Σάτμπι, πολύ κοντά στο χώρο της Ελληνικής Κοινότητας Αλεξανδρείας.


View original post 224 more words

Swamped, a novel by Manolis Aligizakis

        Eteo had worked with a lot of different people since his first day as a stockbroker. He had met the most dubious characters: excellent shysters, plain crooks, lying bastards, and of course some good men and women who just wanted to make some money and thought it could be done in an honest way. Among the many good people he had met over the years was a famous stock promoter, a flamboyant man, a very special man who had left the strangest and yet most beautiful legacy in the Vancouver Stock Exchange and downtown Vancouver in general. This was Maury Benjamin, a man of many virtues, many connections, and innumerable followers, whose name, if mentioned in connection with a junior company, would send the shares soaring upwards in minutes.

Eteo remembered Maury well. He had met the man a number of times over the years. They had even shared a cigarette once, back when Eteo smoked. They had run into each other at one VSE function and Maury, who was trying to quit, and failing, had asked for a cigarette, and they had stood together for a few minutes smoking as if they were old pals. Maury was credited with the discovery of a few mines that had become successful operations but had all started out as junior exploration companies put together as typical VSE fliers only to end up with proven assets and proven reserves. Of course, only some of the companies Maury had gotten involved with over the years had been wildly successful entities, but those were the ones that people remembered.

Eteo too had had his share of unsuccessful ventures. Like Maury and everyone else, he had also gotten involved from time to time with shady promoters who “greased the path” to get their financing completed, others who lied to their teeth, and others who would cheerfully take the whole pie without any concern for right or wrong or even for the long arm of the law. Eteo had financed one of the latter in his early years. The company had owned a mining property in northern British Columbia, a placer gold operation with a new type of sluice box, brand spanking new, manufactured in Germany, and capable of processing thousands of cubic meters of gravel a day. After Eteo had managed to get that company the financing it needed, the whole project had lasted for exactly one season, and the season in northern British Columbia was very short, only from the end of May to early September. The crew worked full speed all summer and accumulated a couple of barrels of black sand mixed with gold flakes. But when it came time to transport the barrels to a smelter to separate the gold from the dust, the truck got “lost” on its way to the Lower Mainland and was never seen again.  Some smartasses pocketed whatever value that black sand had, and the shareholders Eteo had diligently assembled were left holding the bag. To make matters worse, he never heard anything from the management of that junior about the asset they had “lost” in transit. This had left a bad taste in Eteo’s mouth, but there was one silver lining to the scam. The company directors hired a duet of promoters with orders to pump and dump the stock, something that occurred often back then, and when these promoters somehow pushed the shares from 40 cents to more than two and a half dollars, Eteo managed to get a generous profit for his clients, having gotten in at 35 to 40 cents.

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

ΑΣΚΗΣΕΙΣ//EXERCISES

ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ

Το μεσημέρι δεν ανεβαίνει κανείς την έξω σκάλα του ξενοδοχείου.

Τα σανίδια τρίζουν απ’ τη ζέστη. Τα τζιτζίκια φωνάζουν.

Μια στιγμή γίνεται μια λουρίδα σιωπή.

Εκεί ακριβώς ακούγεται η φωνή του βαρκάρη στ’ ακρογιάλι

οι σκιές των κληματόφυλλων που περπατούν στα υπαίθρια

          τραπέζια

ανάμεσα στα ψαροκόκκαλα και φλούδες ροδάκινων.

Μέσα στην ισκιωμένη κάμαρα τρέμουν οι ανταύγειες της θάλασσας

στον φυστικί τοίχο, στα κάγκελα του κρεβατιού, στ’ άσπρα

          σεντόνια,

στη στρογγυλή κοιλιά της κοιμισμένης γυναίκας.

Μια μυρωδιά από πίσσα και λαδομπογιά. Θα βάφουν κάτω

          απ’ τα πεύκα

ένα μεγάλο κόκκινο καϊκι. Ίσως γι’ αυτό

γι΄νεται το΄σο δυνατή η φωνή των τζιτζικιών

σα μια δαγκωματιά στον ώμο ή στο σβέρκο.

Ένα κόκκινο καϊκι. Δεν είναι η Αργώ.

High Noon

At noon no one climbs the exterior stairs of the hotel;

the planks creak of the heat; cicadas scream.

A single moment becomes a band of silence.

At this time the voice of the fisherman is heard

from the shore along with the shadows of the grapevine

leaves walking under the outside tables

among the fishbone and the peach peels.

Reflections of the sea shiver in the shadowed room,

on the light green wall, the bed railings, the white bed-sheets,

on the round belly of the sleeping woman.

Smell of tar and oil paint. They’re probably painting

a big red caique under the cypresses. Perhaps the voices

of cicadas become so strong like a bite on the shoulder

or the neck: a big red caique. It’s not Argo.

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

YANNIS RITSOS-Poems, Selected Books, Volume ΙI

ΑΓΡΥΠΝΙΑ/VIGILANCE —GUARDING EVENING STAR

After the Rain

(2ο απόσπασμα //2nd excerpt)

Είτανε τότε ένα περβόλι γυάλινο έξω απ’ τα παράθυρα μας,

το σπίτι μύριζε πρωινό καφέ και γιασεμί, ο ήλιος έμπαινε

        στην κουζίνα.
Η μητέρα κρεμούσε τα γυαλισμένα μπρίκια

κι είταν σα νάκοβε φώτα απόνα ποτάμι και τάδενε σε μικρά

        μπουκέτα.

Είταν και κείνος ο μοκρός βοσκός που σφύριζε πέρα στο

       γαλανό λόφίσκο.

Αυτό ήταν το σύνθημα. Ξέραμε. Δεν πίναμε το γάλα μας.

       Κρύωνε στο τραπέζι,

δίπλα στα πετσετάκια τα κεντημένα με μικρά γαϊδουράκια

      και μεγάλες κίτρινες μαργαρίτες,

κι ο ασημένιος δίσκος είταν το δροσερό πρωινό φεγγάρι, λιγάκι

        νυσταγμένο

γι’ αυτό είχε βγει η μητέρα πρωί-πρωί στον κήπο με λυτά

        μαλλιά

να πάρει το φεγγάρι πούπεσε στα τριαντάφυλλα — και

        τα μαλλιά της γέμισαν μαργαριτάρια.

«Πιείτε λοιπόν το γάλα σας» Δεν άκουγε άραγε η μητέρα

        το σφύριγμα;

Μας περίμενε εκεί ο μοκρός τσοπάνος να μας μάθει φλογέρα.

Κι ό, τι αγγίζαμε πια — μια κούπα, ένα βιβλίο, τη ράχη της

        καρέκλας,

είταν σα να δοκιμάζαμε τα δάχτυλα μας στη φλογέρα.

There was a glass orchard outside our window

the house smelled of morning coffee and jasmine, the sun

             was coming in from the kitchen.

Mother was hanging the copper coffee pots and it was

as if she cut lights from a river and tied them in small

            bouquets.

There was that young shepherd who was whistling over

            that light-blue hill.

That was the signal; we knew it. We wouldn’t drink our milk

            that was getting cold on the table,

next to the small napkins embroidered with the young donkeys

            and the large yellow daisies

and the silver tray resembled the cool morning moon,

            somewhat sleepy —

for this, mother had gone to the garden, with her hair

             loosened,

to get the moon that had fallen among the roses — and her

hair was filled with pearls

drink your milk she would say. Didn’t mother hear

             the whistle?

The young shepherd boy was waiting for us there, to

teach us how to play the flute.

And whatever we touched after that — a cup, a book,

             the back of a chair

was as if we were trying our fingers on the flute.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Μασκάρεμα

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Μασκάρεμα

Πια δεν σε εμπιστεύομαι.
Η φιλία που μου δείχνεις μασκάρεμα
λίγο πριν εξαφανιστείς.
Αν και αφορμή δεν σου έδωσα,
μπορεί σε κάτι να με βλέπεις ανταγωνιστικά
–στο ίδιο σινάφι ανήκουμε–
ή μπορεί να με βαρέθηκες.

Έχω σκληραγωγηθεί να προσπερνάω
τις ψεύτικες φιλίες.

Από τη συλλογή το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων (2012) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

View original post

Κάποτε στ’ αλωνίσματα

ΕΛΛΑΣ

Του Γεώργιου Χουστουλάκη

Όσπρια και σιτηρά, πάνε στ’ αλώνι! Αλωνιστικές μηχανές δεν υπήρχαν πριν τη κατοχή, κι αν υπήρχαν ήταν ελάχιστες, κι αυτές με μεταλλικές ρόδες ή ακόμα και με ερπύστριες. Χώρια που κόστιζε πολύ και η άλεση τους. Δεν προλάβαιναν όμως να εξυπηρετήσουν όλο το κόσμο. Έτσι τα αλωνίσματα όλα, γινόταν αναγκαστικά στο αλώνι με τον βολόσυρο (ή το βολόσυρο)!


View original post 2,503 more words

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Τα ξεσπάσματα

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Τα ξεσπάσματα

Αν και σπούδασε θετικές επιστήμες
δεν του λείπει η μόρφωση,
οι γνώσεις από Ιστορία και τέχνη.
Ώριμος στην ηλικία και με ευφράδεια,
ρητορική ικανότητα.
Σε συναναστροφές και όπως κυλάει η συζήτηση
για σπουδαία, ίσως και ασήμαντα θέματα,
αν κάποιος διαφωνήσει μαζί του
συχνά αρπάζεται άσχημα και με τραχύτητα τον προσβάλλει.
Αναμφίβολα θέλει να έχει την πρωτοκαθεδρία.
Δείχνουν άνθρωπο ευέξαπτο τα ξεσπάσματά του.

Έναν πληγωμένο εγωισμό κουβαλάει κι αυτός,
οι φιλοδοξίες της ζωής του απέτυχαν.

Από τη συλλογή Ηδονή και εξουσία (2009) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

View original post

George Seferis-Collected Poems

GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ//SUMMER SOLSTICE

ΙΙΙ

Κι όμως σ’ αυτό  τον ύπνο

τ’ όνειρο ξεπέφτει τόσο εύκολα

στα βραχνά.

Όπως το ψάρι που άστραψε κάτω απ’ το κύμα

και χώθηκες το βούρκο του βυθού

ή χαμαιλέοντας όταν αλλάζει χρώμα.

Στην πολιτεία που έγινε πορνείο

μαστρποί και πολιτικές

διαλαλούν σάπια θέλγητρα

η κυματόφερτη κόρη

φορεί το πετσί της γελάδας

για να την ανεβεί το ταυρόπουλο,

ο ποιητής

χαμίνια του πετούν μαγαρισιές

καθώς βλέπει τ’ αγάλματα να στάζουν αίμα.

Πρέπει να βγείς από τούτο  τον ύπνο,

τούτο το μαστιγωμένο δέρμα.

3

And yet in this kind of sleep

the dream so easily turns

into a nightmare.

Like the fish that shone under the waves

and buried itself in the mud of the seafloor

or the chameleon when it changes color.

In the city that turned into a brothel

pimps and harlots

sell rotten charms;

the kore who came from the sea

wears the cow’s hide

to be mounted by the young bull;

the poet

ruffians throw dirt on him

as he sees the statues dripping blood.

You have to escape this sleep;

this whipped skin.