Titos Patrikios-Selected Poems

ΤΕΛΟΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ//END OF SUMMER

IV

Αυτή η μεγάλη δίψα

πίσω από κάθε πράγμα ή φωτιά

κι η θάλασσα αναδεύει το αύριο και το χτες

ξεβράζοντας τα χρόνια μας στην άμμο.

Τα πράγματα είναι, δεν τα φτιάχνω,

όσο κι αν έχω την ευθύνη μου.

Ζούμε σε μια φωτιά που τρώει και μέσα κι έξω.

Ίσως φραγμένο, ίσως βαθιά μέσα στη γη

το νερό υπάρχει.

Κάθε στιγμή τα πράγματα τ’ αλλάζουμε.

IV

This great thirst

behind each object or fire

and the sea mixes today with tomorrow

washes up our years on the shore.

Things exist, I don’t make them up

though I bare my responsibility.

We live in a conflagration that eats from within.

Perhaps water exists, though entrenched

deep in the soil.

Things change with every passing moment.

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

ΑΣΚΗΣΕΙΣ//EXERCISES

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΤΟ ΔΙΜΗΝΙΟ

Ένα καράβι φεύγει μες στο σούρουπο. Το φως φεύγει.

Όλα είναι διάφανα-διάφανα, σχεδόν ανύπαρκτα.

Κάποιος κάθεται σε μια καρέκλα στ’ ακρογιάλι.

Πώς στηρίζεται πάνω στη σιωπή η καρέκλα του;

Στο δρόμο περνούν τα φορτηγά γεμάτα καρπούζια και πεπόνια.

Μες στο μικρό πευκώνα ένα κορίτσι γδύνεται.

Τα ρούχα του στο χώμα ένας λοφίσκος φως.

Οι στίχοι πια δεν ξέρουν τί να κάνουν μες  στο στεγνωμένο στόμα.

Summer at Diminio *

A ship fades away in the twilight; light fades away.

Everything is diaphanous, almost inexistent;

Someone is sitting on a chair by the shore —

how is his chair steadied on silence?

Trucks full of watermelons and cantaloupes pass.

A girl undresses among the small pine trees;

her cloths a small sunlit hill on the ground.

Verse can’t settle in the dry mouth anymore.

_______________________

*Village close to Corinth

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

YANNIS RITSOS-Poems, Selected Books, Volume ΙI

ΑΣΚΗΣΕΙΣ//EXERCISES

ΚΑΧΥΠΟΨΙΑ

Πρέπει, λοιπόν, να συνηθίσεις.έλεγε,

να βρίσκεις πάντα δικαιολογητικά

να μην αρνιέσαι τίποτα. Η άρνηση σου

θάτανε, πριν απ’ όλα, του εαυτού σου αναίρεση.

Κ’ είναι πολύ αυστηροί σε κάθε σφάλμα σου.

Υποψιάζονται και την επιδοκιμασία ακόμη.

Ακόμη και τον ενθουσιασμό και τη γαλήνη σου.

Λοιπόν, τί πρέπει; Α, ναί, να πιάνουμε, είπε,

όσο γίνεται λιγώτερο χώρο. Μα πάλι,

η μετριοπάθεια τους φαίνεται σα μυστικότητα

κάποια συνωμοσία διαβλέπουν στο ρεμβασμό του απογεύματος,

όταν χαμογελάς σ’ ένα άστρο που σου απόμεινε πιστό,

όταν στέκεις ορθός πίσω από κάποια θύμηση ή πίσω

απ’ αυτή την καρέκλα, όπου λίγο πριν καθότανε η αγάπη

και χαιδεύεις τη ράχη της καρέκλας. Τί να κάνουμε; Είπε,

και σκέπασε το πρόσωπο του ολόκληρο με μιαν εφημερίδα.

SUSPICION

Therefore, you have to get used to it, he was saying,

to always find new excuses

not to deny anything. Your denial

would be, first of all, denial of yourself,

and they’re very careful with your mistakes.

They even suspect your approval

and your enthusiasm or your serenity.

Then, what could we do? He asked, ah, yes,

we’ll occupy the least possible space. Then, again,

they see our moderation as secrecy,

they find some conspiracy in the afternoon reverie,

when you smile at a star that believes in you

when you stand firm behind a certain memory or

this chair, where love was sitting moments ago,

and you caress the back of the chair. What could

we do, he said, and hid his whole face behind

the newspaper.

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume I

YANNIS RITSOS-Poems, Selected Books, Volume I

ΘΥΡΩΡΕΙΟ/CARETAKER’S DESK

ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΥΠΟΓΕΙΟ

Αυτές οι σούστες των παλιών καναπέδων, τα στριμμένα σύρματα

ντυμένα την αυστηρότητα της σκουριάς, πεταμένα

στο κάτω υπόγειο — χρόνια σε αχρηστία, Κυριακή μεσημέρι

κ’έλεγες: «Καλημέρα σας Κύριε, τα σέβη μου στη σύζυγο σας»

γιατί έπρεπε κάτι να πεις, κι ας μην είταν κανένας ν’ ακούσει,

κοιτώντας απ’ το χαμηλό παράθυρο τ’ αργά πόδια των νεκρών

με τα φρεσκοβαμμένα τους παπούτσια, και στο πάτωμα χάμου,

που μύριζε ακόμη απ’ τον παλιό χυμένο μούστο, ένα χέρι κομμένο

δεμ’ένο με κίτρινο σπάγγο, κάνοντας τ’ άλλο χέρι να πηδάει

αδέξια, απρόοπτα, λυπημένα, και κάπως αστεία, ένα πήδημα

ψηλώτερα απ’ το θεμιτό, ένα πήδημα σαν έξω απ’ τον κόσμο.

In the Lower Level of the Basement

The springs of old sofas the twisted wires

dressed by the austerity of rust thrown away

in the lower level of the basement – useless for years Sunday

noon and you said “Good morning sir my regards to your wife”

because you had to say something even though no one listened to

you

looking through the low window the slow legs of the dead

with their freshly polished shoes and down on the floor

that still smelled of very old spilled grape must a severed hand

tied with a yellow string and a hand in the hole of the wall that

pulls the string making the other arm jump

uncontrollably unexpectedly sorrowfully and somehow funny –

a jump higher than possible – a jump as if out of this world