Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III



Το μεσημέρι δεν ανεβαίνει κανείς την έξω σκάλα του ξενοδοχείου.

Τα σανίδια τρίζουν απ’ τη ζέστη. Τα τζιτζίκια φωνάζουν.

Μια στιγμή γίνεται μια λουρίδα σιωπή.

Εκεί ακριβώς ακούγεται η φωνή του βαρκάρη στ’ ακρογιάλι

οι σκιές των κληματόφυλλων που περπατούν στα υπαίθρια


ανάμεσα στα ψαροκόκκαλα και φλούδες ροδάκινων.

Μέσα στην ισκιωμένη κάμαρα τρέμουν οι ανταύγειες της θάλασσας

στον φυστικί τοίχο, στα κάγκελα του κρεβατιού, στ’ άσπρα


στη στρογγυλή κοιλιά της κοιμισμένης γυναίκας.

Μια μυρωδιά από πίσσα και λαδομπογιά. Θα βάφουν κάτω

          απ’ τα πεύκα

ένα μεγάλο κόκκινο καϊκι. Ίσως γι’ αυτό

γι΄νεται το΄σο δυνατή η φωνή των τζιτζικιών

σα μια δαγκωματιά στον ώμο ή στο σβέρκο.

Ένα κόκκινο καϊκι. Δεν είναι η Αργώ.

High Noon

At noon no one climbs the exterior stairs of the hotel;

the planks creak of the heat; cicadas scream.

A single moment becomes a band of silence.

At this time the voice of the fisherman is heard

from the shore along with the shadows of the grapevine

leaves walking under the outside tables

among the fishbone and the peach peels.

Reflections of the sea shiver in the shadowed room,

on the light green wall, the bed railings, the white bed-sheets,

on the round belly of the sleeping woman.

Smell of tar and oil paint. They’re probably painting

a big red caique under the cypresses. Perhaps the voices

of cicadas become so strong like a bite on the shoulder

or the neck: a big red caique. It’s not Argo.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s