Swamped, a novel by Manolis Aligizakis

(Excerpt)

When he had almost reached his car, Eteo spotted Frankie again. This time the promoter was with two other people, Sandra Wilson, a well-known Hollywood actress, and a young man he did not recognize. Frankie gestured for Eteo to join them and introduced him to the actress, whom Eteo had already recognized, and the young man, who was introduced as Ricardo. As they shook hands, Frankie told his companions that Eteo was an investor and a good supporter of Lionsgate Entertainment.The others responded politely, but what impressed Eteo most were the simple manners of the famous actress. She spoke to Eteo as if she had known him all her life, as did Ricardo, even though the encounter was brief and they only exchanged the usual pleasantries.

All the same the encounter made Eteo want to find out more about Frankie’s new venture into the realm of Hollywood and of actors and actresses who were paid at the level of Sandra Wilson. He knew she was one of the most highly paid actresses in the world. Perhaps it would be a good idea to invest some of his clients’ money in this new company, but he hesitated. He was unfamiliar with the industry. Recommending Lionsgate Entertainment would be taking a chance unless he delved into the details, especially the earnings potential and success rates of such ventures. Of course, he knew very well that every time someone put money in a company it wasn’t anything else except taking a chance. Lionsgate was no different. He thought of approaching some of his clients who had a longer fuse, as he thought of it, not the ones who buy today and want to sell in another day or two, the types like Herbert who invest for the excitement of quick profits or losses and change their minds almost on a daily basis.

As the weekend approached, Eteo spent his days accumulating shares of Platinum Properties and disposing of some of the real estate shares. He also kept a close eye on Golden Veins, which would sink like a stone unless Richard Walden managed to coerce new brokers into buying in, and doing so in large quantities. There were an unlimited number of shares in the marketplace, but buyers were sitting on the sidelines waiting or making only small, anemic bids of two thousand or less, many of them his bids.

George Seferis-Collected Poems

GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ//SUMMER SOLSTICE

X

Την ώρα που τα ονείρατα αληθεύουν

στο γλυκοχάραμα της μέρας

είδα τα χείλια που άνοιγαν

φύλλο το φύλλο.

¨Ελαμπε ένα λιγνό δρεπάνι στον ουρανό.

Φοβήθηκαν μην τα θερίσει.

10

At the time when the dreams

become reality at the sweet daybreak

I saw lips opening petal by petal.

A thin sickle gleamed in the sky.

I was afraid it might cut them.

Γρηγόρης Σακαλής, Η μόνη ελπίδα — To Koskino

Σ΄αυτούς που μάτωσαν. Σκοτείνιασεπαίρνεις το στυλό να γράψειςάπειρες σκέψειςγυρνάνε στο μυαλό σουμα τι να γράψειςτι και για ποιόνσ΄ αυτό το Βατερλώτου ανθρώπινου είδουςπου ζούμελίγοι σκέφτονταιγια το σύνολογια μια αλλαγή ριζικήτης υπάρχουσας κατάστασηςοι πολλοί ενδιαφέρονταικαι κυνηγάνετην προσωπική τους βολήαπλά και σκέτατην επιβίωσηκαι την καλοπέρασητι να γράψεις αλήθειακαι για ποιόνμια μικρή μειοψηφίααγωνίζεται, παλεύεικαι είναι η μόνη ελπίδα.

Γρηγόρης Σακαλής, Η μόνη ελπίδα — To Koskino

Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης: 300 εμβληματικές αρχαιότητες από όλο το κόσμο, υμνούν το Κάλλος

ΕΛΛΑΣ

Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 16 Ιανουαρίου 2022

Οι πολλαπλές πτυχές της έννοιας του «Κάλλους» στην καθημερινή ζωή και τη φιλοσοφική σκέψη της αρχαίας Ελλάδας παρουσιάζονται στη μεγάλη, εμβληματική, αρχαιολογική έκθεση του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης με τίτλο που θα διαρκέσει από τις 29 Σεπτεμβρίου 2021 έως τις 16 Ιανουαρίου 2022. Η έκθεση, που δημιούργησε ο πρώην Διευθυντής του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, Γενικός Διευθυντής του Μουσείου της Ακρόπολης Καθηγητής Νικόλaος Χρ. Σταμπολίδης και επιμελούνται ο ίδιος και ο Επιμελητής Αρχαιοτήτων, Δρ Ιωάννης Δ. Φάππας, πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, με τη γενναιόδωρη υποστήριξη της L’Oréal.

View original post 1,940 more words

Ε. Μύρων, Δύο ποιήματα

To Koskino

¬ 04

αλλοδαπός μέσα στην ίδια τη γλώσσα μου
μ’ έφεση στα πανικόληκτα
κι οριοβάτης
φτυαρίζω
αβύσσους
φτιάχνω
λεξικάγκελα

οι προθανάτιες προσευχές πρήζονται
η γλώσσα με δαγκώνει
όμως δεν αλλάζω φρίκη δεν αλλάζω Τραϊανό

¬ 05

παράπονο ανδριάντα

καιρό τώρα χαμένο το δικαίωμα
να σπάσω ή να κλάψω έστω στην αστραπή
ασήκωτή μου απραξία διάφανη
να τρομάξω τις κουτσουλιές απ’ τα μαλλιά μου
περιμένω τον χειμώνα να πλυθώ καρφωμένος εδώ
καλά σαλιωμένο γραμματόσημο
η ελευθερία πέτρωσε έχω ξεχάσει πια τη λήθη
τα περιστέρια βαρίδια ο ρυθμός των φύλλων
υπνωτικό
Κράμπες στο βλέμμα μου
ποιος διάολος μου φράκαρε την κλεψύδρα;

*Από τη συλλογή “Οριοβάτης”, Εκδόσεις Αρμίδα, Φεβρουάριος 2021.

View original post

Φούρνοι Ικαρίας: Το παραλιακό λατομείο στο Πετροκοπιό

ΕΛΛΑΣ

Στους Φούρνους υπάρχουν αρκετά αρχαία λατομεία μαρμάρου. Πιο εντυπωσιακό είναι το παραλιακό λατομείο στο Πετροκοπιό, το οποίο λειτούργησε στα ρωμαϊκά χρόνια, αλλά και σε νεότερες εποχές.


View original post 91 more words

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume I

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume I

ΕΛΕΝΗ — HELEN

(Απόσπασμα/excerpt)

Τις νύχτες ακούω που μεταφέρουν οι δούλες τα μεγάλα έπιπλά μου·
τα κατεβάζουν απ’ τη σκάλα, — ένας καθρέφτης, κρατημένος σα φορείο,
δείχνει τα φαγωμένα γύψινα στολίδια απ’ το ταβάνι· ένα τζάμι
χτυπάει στα κάγκελα — δεν έσπασε· το παλιό πανωφόρι στην κρεμάστρα
σηκώνει μια στιγμή τα αδειανά χέρια του, τα ξαναχώνει στις τσέπες·
οι μικρές ρόδες απ’ τα πόδια των καναπέδων τρίζουν στο πάτωμα. Νιώθω
εδώ στον αγκώνα μου το γδάρσιμο του τοίχου απ’ τη γωνιά της ντουλάπας
ή απ’ τη γωνιά του μεγάλου σκαλιστού τραπεζιού. Τί θα τα κάνουν; «Γεια σας», λέω
σχεδόν μηχανικά, σα ν’ αποχαιρετώ έναν επισκέπτη, ξένο πάντα. Μονάχα
εκείνη η αόριστη βοή που αργοπορεί στο διάδρομο σαν απ’ το κέρας
ξεπεσμένων αρχόντων κυνηγών, μες στο απόβροχο, σ’ ένα καμένο δάσος.

Αλήθεια, πόσα πράγματα άχρηστα, με πόση απληστία συναγμένα· —
φράζαν το χώρο — δεν μπορούσαμε να σαλέψουμε· τα γόνατά μας
χτυπούσαν σε ξύλινα, πέτρινα, μετάλλινα γόνατα. Ω, βέβαια, θα πρέπει
πολύ να γεράσουμε, πολύ, ώσπου να γίνουμε δίκαιοι, να φτάσουμε εκείνη
την ήμερη αμεροληψία, τη γλυκιά ανιδιοτέλεια στις συγκρίσεις, στις κρίσεις,
όταν δικό μας πια μερτικό δεν υπάρχει σε τίποτα πάρεξ σ’ αυτή την ησυχία.

Α, ναι, πόσες ανόητες μάχες, ηρωισμοί, φιλοδοξίες, υπεροψίες,
θυσίες και ήττες και ήττες, κι άλλες μάχες, για πράγματα που κιόλας
ήταν από άλλους αποφασισμένα, όταν λείπαμε εμείς. Και οι άνθρωποι, αθώοι,
να χώνουν τις φουρκέτες των μαλλιών μες στα μάτια τους, να χτυπούν το κεφάλι
στον πανύψηλο τοίχο, γνωρίζοντας βέβαια πως ο τοίχος δεν πέφτει
ούτε ραγίζει καν, να δουν τουλάχιστον μες από μια χαραμάδα
λίγο γαλάζιο ασκίαστο απ’ το χρόνο και τη σκιά τους. Ωστόσο —ποιός ξέρει—
ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να αρχίζει
η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κι η ομορφιά του ανθρώπου
ανάμεσα σε σκουριασμένα σίδερα και κόκαλα ταύρων και αλόγων,
ανάμεσα σε πανάρχαιους τρίποδες όπου καίγεται ακόμα λίγη δάφνη
κι ο καπνός ανεβαίνει ξεφτώντας στο λιόγερμα σα χρυσόμαλλο δέρας.

At night I hear the servants moving my big furniture

they take it downstairs – a mirror carried like on a

              stretcher

reveals the worn-out plaster designs on the ceiling

a windowpane hits the railings – it didn’t break

              the old overcoat on the hanger

raises its empty hands for a moment then it places them back

              in the pockets

small wheels of the couch legs creak on the floor

              I feel

here in my elbow a scratching on the wall made by the

              closet’s corner

or the corner of the large engraved table What will they do with

             them? “Goodbye” I say

mechanically as though bidding farewell to a visitor always

             a stranger

                             only

that vague buzz lingers in the hallway as if from the horn

of down-and-out old lords hunting after rainfall in a burned

             forest

Really so many useless things collected with such greed –

blocking the space – we couldn’t move because our knees

hit against wooden stony metal knees Oh of course we

              have to

grow old very old until we shall become just to reach

              that

serene impartiality the sweet lack of interest in comparisons

              in judgments

when our share exists in nothing else except this

              serenity

Oh yes so many silly battles heroic deeds ambitions arrogance

sacrifices and defeats defeats and other battles for this that

              already

had been decided by others when we were absent And the

              innocent people

poking hairpins in their eyes hitting their heads on

the towering wall knowing so well that the wall won’t fall

or even crack so they can see through a little fissure

a bit of shadowless light blue sky free from time and their own

               shadows

in the meantime – who knows –

perhaps there where one resists without hope perhaps there

               human history

commences as we say and the beauty of man

among rusty pieces of steel and bones of bulls and horses

among ancient tripods where some laurel still burns

and the smoke rises swirling in the sundown like a golden

              fleece.

Άρης Αλεξάνδρου | Οι ποιητές και τα βραβεία

To Koskino

Ο ποιητής είναι λίγο πολύ ένα άτομο μη φυσιολογικό, αν δεχτούμε βέβαια ότι «φυσιολογικοί» άνθρωποι είναι οι μπακάληδες και οι χωροφύλακες. Ο κόσμος λέει συνήθως πως οι ποιητές είναι «ευαίσθητοι», «αλαφροΐσκιωτοι», ο Σεφέρης λέει κάπου πως όλη η Ελλάδα τον πληγώνει, νομίζω όμως πως ουσιαστικά όλος ο κόσμος τον «πληγώνει», γιατί ο ποιητής αισθάνεται υπεύθυνο τον εαυτό του για καθετί που συμβαίνει γύρω του. Ο ποιητής, λέει ο Μαγιακόβσκι, μένει πάντοτε χρεώστης απέναντι στον κόσμο. Πληρώνει πάντα τόκους και πρόστιμα για τον πόνο των ανθρώπων.

Ο ποιητής, απ’ τη φύση του, δεν μπορεί παρά να εκφράζει τις απόψεις του ατόμου. Αργά ή γρήγορα θα έρθει σε σύγκρουση με την κοινωνία ή την ομάδα και θα ακολουθήσει (βασικά) έναν απ’ τους εξής τρεις δρόμους: Ή θα ασκήσει κριτική στις κυβερνήσεις και στις ηγεσίες των κομμάτων, ή θα κλειστεί στον γυάλινο πύργο του, ή θα συμβιβαστεί και θα γίνει ένας κομφορμιστής. Στη…

View original post 559 more words

Wislawa Szymborska, Δύο ποιήματα

To Koskino

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΤΟ ΠΡΩΙ

Η ώρα της νύχτας μέσα στη μέρα.
Η ώρα του γυρίσματος από πλευρό σε πλευρό.
Η ώρα για τους μεσόκοπους.

Η καθαρή ώρα για το λάλημα των πετεινών.
Η ώρα που μας απαρνιέται η γη.
Η ώρα των σταγόνων από σβηαμένα άστρα.
Η ώρα του “τι κι αν μετά από μας δεν υπάρχει τίποτα”.

Μια άδεια ώρα.
Άχαρη, στείρα.
Απ’ όλες τις ώρες η χειρότερη.

Κανένας δεν είναι στα καλά του στις τέσσερις το πρωί.
Κι αν άσπρα μυρμήγκια νιώθουν ωραία στις τέσσερις το πρωί
-ας συγχαρούμε τα μυρμήγκια. Κι ας γίνει πέντε η ώρα
αν σκοπεύουμε να συνεχίσου με να ζούμε.

ΤΟΠΙΟ

Σ’ ένα τοπίο Παλιού Μάστορα ζωγράφου
Τα δέντρα έχουν ρίζες κάτω απ’ τα λάδια,
Το μονοπάτι αναμφίβολα οδηγεί κάπου
ένα φύλλο από χόρτο θα φτάσει για μιαν υπογραφή
και πραγματικά είναι πέντε η ώρα το απόγεμα
Ο μήνας του Μάη αργοπορεί, απαλά κι όμως…

View original post 295 more words