Red in Black, by Manolis Aligizakis


Παλιό σκουριασμένο σκαρί

στο πλάϊ γερμένο


μια ζωή ολόκληρη στο τέλμα

αμετακίνητης άγκυρας,

η βόλεψή σου,

μ’ όνειρα για ταξίδια

που δεν έκανες

μα σήμερα να κόψεις

το δεσμό σου αποφάσισες

κι αμίλητος σέρνεις τ’ αρθριτικά

πόδια σου στην ανηφοριά

βήμα το βήμα

στιγμή με τη στιγμή

το ακατόρθωτο να κατορθώσεις

και σαν φτάνεις στην άκρη

του αβυσσαλέου γκρεμού

μια βαθειά ανάσα παίρνεις

και στο κενό αφήνεσαι

τελευταία και μόνη πράξη λευτεριάς

πουλί που ποτέ δεν ήσουν

ξάφνου γίνεσαι

στην ανωνυμία του θανάτου


Old ravaged hull

leaning on its side

all your life

anchored in the swamp

your static phenomenon

with thoughts of long voyages

that you never took

though today you decide to sever

your ties with the bog

and silently you lead

your arthritic joins uphill

step by step

moment by moment

to achieve the unachievable

when you reach the edge

of the abysmal precipice

you let yourself fall in the void

your last act of freedom

a bird that you weren’t

suddenly you become

in the anonymity of death

Tasos Livaditis-Selected Poems


Σαν τον ποιητή που σκίζει τα χειρόγραφά του και φεύγει για τον


σαν τη γυναίκα που αφήνει την κουρτίνα να πέσει κι ενδίδει

σαν ένα προάστιο πολύ μεγάλο για ένα ραχητικό παιδί

σαν το θολό γέλιο του παρείσαχτου σ’ ένα σπίτι που εορτάζει

σαν τους αλήτες που πετάνε μια πέτρα στον ουρανό

σαν αυτό που λέγαμε κάποτε “μια μεγάλη εποχή”

σαν τα μικρά ραφτάδικα στις συνοικίες, όπου ντύνεται κανείς

      για να πεθάνει.


Like the poet who rips his writings and goes away to

     the Sea

like the woman who lets the curtain fall and gives in

like a big suburb for the rachitic child

like the spiteful laughter of the intruder in a celebratory house

like the street kids who throw a stone toward the sky

like what we once called “a great era!”

like the tailors’ workshops in the suburbs when one dresses

     in order to die.

George Seferis-Collected Poems




Λίγο ακόμη και θα σταματήσει ο ήλιος.

Τα ξωτικά της αυγής

φύσηξαν στα στερνά κοχύλια.

Το πουλί κελάηδησε τρεις φορές, τρεις φορές μόνο,

η σαύρα πάνω στην άσπρη πέτρα

μένει ακίνητη

κοιτάζοντας το φρυγμένο χόρτο

εκεί που γλίστρησε η δεντρογαλιά.

Μαύρη φτερούγα σέρνει ένα βαθύ χαράκι

ψηλά στο θόλο του γαλάζιου —

δες το, θ’ ανοίξει..

Αναστάσιμη ωδίνη.


A bit longer and the sun will stop.

The ghosts of dawn

blew among the dry conches;

to a bird chirped three times, three times only;

the lizard on the white rock

remains motionless

looking at the parched grass

there where a tree snake slid away.

Black wing incises a deep gash

high in the sky’s blue dome—look at it,

it’ll open.

Birth pain of resurrection.