Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ/PERSEPHONE

(Απόσπασμα V—Excerpt V)


Θε μου, πόσο κουτοί και πόσο ανίδεοι, — μήτε που ξέρουν τί όμορφοι που ’ναι
μες στο κρουστό, ιδρωμένο δέρμα τους, δοσμένοι στη δουλειά τους
ανάμεσα σε σφυριά, σε καρφιά, σε πριόνια, — ένα σωρό εργαλεία
με άγνωστα ονόματα, — τρομαχτικά στη χρησιμότητά τους,
τρομαχτικά στη μυστικότητά τους, ή τη συνωμοτικότητά τους μάλλον,
ξύλα και σίδερα πολύπλοκα, λάμες ακονισμένες, λάμψεις —

Κι όλοι τους έχουν μια βαριά μυρωδιά από ασάλευτο νερό και από πεύκο
ή γάλα συκιάς. Ποτέ δεν ξεκουμπώνουν μπροστά μας
ούτε ένα κουμπί της πουκαμίσας τους. Ποτέ δε γελάνε. Όμως, το ξέρεις
πως μεταξύ τους μένουνε γυμνοί, χωρατεύουν, παλεύουν
τα μεσημέρια του καλοκαιριού, στα κάτω δωμάτια.
Μια μέρα τους είδα
μέσ’ απ’ την κλειδαρότρυπα. Ο ένας κοιμόταν, κατάχαμα στο στρώμα·
οι άλλοι τον γύμνωσαν αθόρυβα, του βάψαν με καπνιά τη φύση
λουρίδες λουρίδες, σαν όρθιο φίδι. Εκείνος ξύπνησε· τους πήρες στο κυνήγι·
τρέχανε κάτω απ’ τις αψίδες, γύρω στις κολόνες, γελούσαν
ένα μεγάλο γέλιο ιστορικό.
Τρόμαξα. Το ’βαλα στα πόδια. Θε μου,
λουρίδες λουρίδες, μια φως, μια σκιά, σε μιαν απέραντη κάθετη σήραγγα,
κάτι κλειστό, προδοτικό. Πνιγόμουνα. Κι ήθελα να φωνάξω. Δε φώναξα.
Ανέβηκα δυο δυο τα σκαλοπάτια· — βούιζε το κλιμακοστάσιο δροσερό, ισκιωμένο,
κι έξω ακουγόταν το χρυσό λιοπύρι κι οι φωνές των βαρκάρηδων
μακρινά μακρινά, σκοτεινά, σαν τρίχωμα αντρικής μασκάλης. Πνιγόμουν.
Έτρεξα επάνω, στο μεγάλο δωμάτιο, άνοιξα την μπαλκονόπορτα·
μπήκε μια μυρωδιά από κατράμι και χαρούπι, μια μυρωδιά από κόκκινο·
το σκυλί της μητέρας κοιμόταν στον ίσκιο της μεγάλης μουσμουλιάς
με τη μουσούδα του πάνω στα δυο πόδια του. Σφάλισα πάλι την πόρτα.

God, how naïve and ignorant they are, they don’t even know

how crisp and beautiful they are in their sweaty skin, when

they give themselves to their work, among the hammers, nails,

saws, a pile of tools with foreign names, horrible in their usage,

their secrecy, rather conspiring: wood, steel, glowing,

sharpened blades.

And they all have a strong smell of stagnant water and cypress

or fig leaf milk. They never unbutton any of their shirt buttons.

They never laugh. However, you know that they walk about

among themselves naked, they joke, wrestle during the summer

noon hours at the lower floor rooms.

One day I saw them through the keyhole.

One of them was asleep, on a mattress laid on the floor;

The others undressed him noiselessly, they painted his phallous

with black chalk in stripes, like an erected snake. He woke up,

he chased them, they run under the archways, around the columns,

they laughed a great historic laughter.

I got scared. I run away. God,

stripe after stripe, a lighted one, a dark one, as if

in one endless vertical tunnel, something enclosed,

treasonous. I was choking and I wanted to yell; I didn’t.

I climbed up the steps of the stairway two at a time;

the fresh, shadowed, buzzing voices of fishermen were

heard outside in the golden conflagration of the sun,

distant, dark voices like hair of a man’s underarm. 

I gasped for air. I run upstairs to the big room,

I opened the patio door the smell of tar and carob

entered the room, a smell of red; mother’s dog was

sleeping under the shade of the big loquat tree with

its muzzle on its two paws. I relocked the door.

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

YANNIS RITSOS-VOLUME II

Ισμήνη//Ismene

(Απόσπασμα)

Ποτέ της δε φόρεσε ένα κόσμημα· ώς και τον αρραβώνα της
τον καταχώνιασε σ’ ένα σεντούκι, περιφέροντας
τη σκοτεινή αλαζονεία της μες στις νεανικές παρέες μας,
επισείοντας πάνω απ’ τα γέλια μας το σκυθρωπό της βλέμμα
σα γυμνό ξίφος ματαιότητας.
Κι αν, κάποτε,
έκανε να βοηθήσει στο τραπέζι, να φέρει ένα πιάτο, μιαν υδρία,
θαρρείς πως κουβαλούσε στις παλάμες της ένα γυμνό κρανίο
και τ’ ακουμπούσε ανάμεσα στους αμφορείς. Κανείς πια δε μεθούσε.

Μια νύχτα, παίζοντας, αγόρια και κορίτσια, πάνω στο χορό, κάποιος
είχε την έμπνευση ν’ αλλάξουμε ρούχα — να φορέσουν τ’ αγόρια γυναικεία
κι εμείς αντρικά. Κι ήτανε μια παράξενη πληρότητα, μια αδέξια ελευθερία
μέσα σ’ αυτή την αλλαγή, — σαν ξένοι στον εαυτό μας και ταυτόχρονα
σωστοί και ειλικρινείς. Μονάχα η αδελφή μου
έμεινε με τα μαύρα ρούχα της, στη γωνιά, πετρωμένη,
επιτιμητική κι αντιπαθητική. Κατεβήκαμε γρήγορα τις σκάλες,
βγήκαμε έξω στον κήπο, σκορπίσαμε. Τα κορίτσια,
ντυμένα αντρικά, ήταν πιο θαρρετά απ’ τα αγόρια. Κι είχε φεγγάρι —
ένα μεγάλο φεγγάρι σαν ταψί. Απ’ τα παράθυρα ερχόταν
η μουσική διυλισμένη απ’ τα φυλλώματα.
Ο Αίμων
φορούσε το δικό μου φόρεμα κι ήταν τόσο δικός μου
που χόρεψα μέσα στο σιντριβάνι και τα νερά κρουνελίζαν
στα μαλλιά μου, στους ώμους μου, στα μάγουλά μου,
σα να ’κλαιγα — λέει· ώσπου πάγωσα ολόκληρη κι ένιωσα να ’χω γίνει
ένα άγαλμα επίχρυσο του ίδιου του εαυτού μου, φωτισμένο απ’ το φεγγάρι,
άντικρυ στα τυφλά μάτια του πατέρα. Αυτό το ρίγος μού επανέρχεται ακόμη.


She never put on any jewelry; not even her engagement ring

which she hid deep in a chest, carrying along to our youthful

group her dark arrogance, she displayed her somber glance

over our laughter, like sharp sword of futility.

And even if sometimes,

she pretended to help set the table, to bring a plate, a water jug

you would have thought that she had in her hands a cranium

that she would place amid the amphorae.

              No one got drunk again.

One night, while we were playing, both men and women,

someone had the idea to change cloths and dress the men

as women and us women as men. There was a strange

 contention, an awkward freedom in that change, as if strangers

to ourselves and at the same time true and sincere. My sister,

only, stayed in her black cloths, frozen in one corner, reproachful

and unprepossessing. We went down the stairs, hurriedly, and out

to the garden. We ran around. The girls, dressed in boys’ cloths

were suddenly more daring than the boys. A huge moon,

like a pan, was looking from above.

Music from  the windows, filtered by the leaves, reached our ears.

Heamon was dressed in my cloths and I felt him so mine

as we danced in the fountain while the water shivered joyously

in my hair, my shoulders, my cheeks, as if I was crying, it was

said; until I felt so cold, in my whole body, as if I became

a gold-plated statue of myself, moonlit, before the blind eyes

of my father. That shiver still overtakes me to this day.

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume I

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume I
ΕΛΕΝΗ — HELEN

(Απόσπασμα/excerpt)

Αυτό μου μένει ακόμη — κάτι σαν ανταμοιβή, σαν απόμακρη δικαίωση, κι ίσως
αυτό να μείνει, λέω, κάπου, στον κόσμο — μια στιγμιαία ελευθερία,
φανταστική, βέβαια, κι αυτή — παιχνίδι της τύχης και της άγνοιάς μας. Οι γλύπτες,
σ’ αυτή τη στάση ακριβώς (όσο θυμόμουν), δοκίμασαν να φτιάξουν
τα τελευταία αγάλματά μου· — και βρίσκονται ακόμη στον κήπο·
θα τα ’δες μπαίνοντας. Καμιά φορά, κι εγώ (σαν είναι οι δούλες στις καλές τους
και με κρατούν απ’ τις μασκάλες να με πάνε ώς εκείνη την καρέκλα
μπροστά στο παράθυρο), τα βλέπω. Λάμπουν στον ήλιο. Μια άσπρη ζέστα
ανεβαίνει απ’ τα μάρμαρα ώς εδώ. Δε συλλογιέμαι πιο πέρα. Σε λίγο
με κουράζει κι αυτό. Προτιμώ να κοιτάζω ένα κομμάτι δρόμο
όπου δυο τρία παιδιά παίζουν με μια πανένια μπάλα, ή κάποιο κορίτσι
που κατεβάζει ένα καλάθι, δεμένο με σκοινί, απ’ τ’ αντικρινό μπαλκόνι.
Κάποτε οι δούλες με ξεχνούν εκεί. Δεν έρχονται να με βάλουν ξανά στο κρεβάτι.

Και μένω όλη νύχτα να κοιτάζω ένα παλιό ποδήλατο, σταθμευμένο
μπροστά στη φωτισμένη τζαμαρία ενός καινούργιου ζαχαροπλαστείου,
ώσπου σβήνουν τα φώτα, ή εγώ αποκοιμιέμαι στο περβάζι. Κάθε τόσο
θαρρώ πως με ξυπνάει ένα άστρο που γλιστράει στο διάστημα
όπως στο σάλιο απ’ το ανοιχτό, ξεδοντιασμένο στόμα ενός γέρου.
Τώρα
έχουν καιρό να με φέρουν στο παράθυρο. Μένω εδώ στο κρεβάτι
καθιστή ή πλαγιασμένη, — αυτό το μπορώ. Για να περνάει η ώρα
πιάνω το πρόσωπό μου —ένα πρόσωπο ξένο·— το αγγίζω, το ψαύω, μετράω
τις τρίχες, τις ρυτίδες, τις κρεατοελιές· — ποιός είναι μέσα
σε τούτο το πρόσωπο;
Κάτι στυφό ανεβαίνει στο λαιμό μου — η ναυτία κι ο φόβος,
ο ηλίθιος φόβος, θε μου, μήπως χάσουμε κι αυτή τη ναυτία. Μείνε ακόμη —
μπαίνει λιγάκι φως απ’ το παράθυρο — θ’ ανάψανε τους φανοστάτες έξω στο δρόμο.

This still remains with me – like a consolation like a remote

          justification and perhaps

this will remain I say somewhere in the world – a momentary

          freedom

even illusory of course – a game of our luck and our ignorance

           in that exact

position the sculptors (as far as I recall) tried to create

my last statues – and they are still in the garden

you must have seen them coming in Sometimes I also see them

         (when the servants

are in good moods and they hold me by my arms and take me to

that chair by the window) They gleam in the sunlight

         White warmth

rises from the marble right up to here I don’t think anymore In a

         while

even this tires me I prefer to gaze at part of the street

where two-three kids play with a ball made of rags or

          some girl

lowers a basket tied with a rope from the balcony across

          the street

Sometimes the servants forget me there They don’t come to

          help me back to bed

and I stay all night looking at an old bicycle left

in front of the lit window of the new patisserie

until the lights go out or until I fall asleep at the windowsill

           Every so often

I feel that a star wakes me sliding through space

like saliva from the open mouth of a toothless old man

           Now

they haven’t taken me to the window for a long time I stay

in bed sitting or lying down – this I can do To kill time

I touch my face – a strange face – I touch it I examine it

            I count

the hairs the wrinkles the warts – who is inside this

            face?

Something acrid rises in my throat – nausea and fear

the stupid fear my god that perhaps we may lose the nausea

Stay for a little while –

some light comes through the window – they must have lit

the streetlamps

The Medusa Glance, by Manolis Aligizakis

ΓΕΡΑΚΙΑ

Τα γεράκια στην ίδια γραμμή

με τους νεοκεφαλαιοκράτες

κοπάδι άπρυιες εκ των άνω επιτίθενται

πράσινους κάμπους

που πεθυμούν να κατακάψουν

με τις πανέξυπνες βόμβες

να ξεγελάσουν το γυμνοσάλιαγκα

αργόπορα ζωϊφια, ανθρώπους διχως σπίτια

άσπιτους αρουρραίους

κυπαρίσια περήφανα

τα γεράκια στην ίδια γραμμή

με τους κεφαλαιοκράτες

συνομιλούν στα φορητά

στέλνουν γραπτά μηνύματα

να σφραγίσουν τη συμφωνία

να γεμίσουν τον κόσμο με ψευτιές

καίνε κι αποκεφαλίζουν κατά βούληση

δόγμα και πραγματισμός

χορτάτου στομαχιού

σ’ αντίθεση με του πεινασμένου

Hawks

Hawks aligned with neocons

flock of harpies descending

over green pastures

wished to conflagrate with

smart bombs outsmarting snails

slow crawlers, humans

without a home

homeless rodents, graceful cedars

hawks aligned with neocons

over smart phone talking and texting

to seal the pact: smear

the world with lies

burn and decapitate

dogma and pragmatism

of a full stomach

opposite that of the destitute

Θωμάς Γκόρπας, Απόφοιτοι γυμνασίου

To Koskino

Μνήμη Γιώργη Ζάρκου

Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Εσύ που στο σχολείο σήκωνες το χέρι για να πεις
Όχι το μάθημα μα την αλήθεια
Σήκωνε πάντα αυτό το χέρι που το γέννησε
Της δικαιοσύνης ο καημός κ’ η σιγουριά του αύριο.
Νεολαίε με το χαρτί του γυμνάσιου
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε τραπέζια καφενείων
Καταχνιασμένων από την τσιγαρίλα
Και τις ανάσες πεινασμένων
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε μεγάλες πόρτες
Που Δε θ’ ανοίξουν ποτέ από μέσα.
Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Είσαι η φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία
Και θα κάψει τις σημαίες των αρχόντων.
Και αν το ψωμί κ’ η γνώση ανταλλάσσονται
Με τα’ άλλο χαρτί που εσύ δεν έχεις
Μην αρνηθείς γι’ αυτό το ρόλο που σου ανάθεσε ο καιρός.

Οι μέρες μας κυλούν σαν χειμωνιάτικα ποτάμια
Στους δρόμους φέγγουν φαναράκια μίσους
Στους δρόμους αλαφιάζονται οι μικρές παρέες Καθώς απ’ τις γωνιές οι μισθοφόροι

View original post 11 more words