Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II




Ποτέ της δε φόρεσε ένα κόσμημα· ώς και τον αρραβώνα της
τον καταχώνιασε σ’ ένα σεντούκι, περιφέροντας
τη σκοτεινή αλαζονεία της μες στις νεανικές παρέες μας,
επισείοντας πάνω απ’ τα γέλια μας το σκυθρωπό της βλέμμα
σα γυμνό ξίφος ματαιότητας.
Κι αν, κάποτε,
έκανε να βοηθήσει στο τραπέζι, να φέρει ένα πιάτο, μιαν υδρία,
θαρρείς πως κουβαλούσε στις παλάμες της ένα γυμνό κρανίο
και τ’ ακουμπούσε ανάμεσα στους αμφορείς. Κανείς πια δε μεθούσε.

Μια νύχτα, παίζοντας, αγόρια και κορίτσια, πάνω στο χορό, κάποιος
είχε την έμπνευση ν’ αλλάξουμε ρούχα — να φορέσουν τ’ αγόρια γυναικεία
κι εμείς αντρικά. Κι ήτανε μια παράξενη πληρότητα, μια αδέξια ελευθερία
μέσα σ’ αυτή την αλλαγή, — σαν ξένοι στον εαυτό μας και ταυτόχρονα
σωστοί και ειλικρινείς. Μονάχα η αδελφή μου
έμεινε με τα μαύρα ρούχα της, στη γωνιά, πετρωμένη,
επιτιμητική κι αντιπαθητική. Κατεβήκαμε γρήγορα τις σκάλες,
βγήκαμε έξω στον κήπο, σκορπίσαμε. Τα κορίτσια,
ντυμένα αντρικά, ήταν πιο θαρρετά απ’ τα αγόρια. Κι είχε φεγγάρι —
ένα μεγάλο φεγγάρι σαν ταψί. Απ’ τα παράθυρα ερχόταν
η μουσική διυλισμένη απ’ τα φυλλώματα.
Ο Αίμων
φορούσε το δικό μου φόρεμα κι ήταν τόσο δικός μου
που χόρεψα μέσα στο σιντριβάνι και τα νερά κρουνελίζαν
στα μαλλιά μου, στους ώμους μου, στα μάγουλά μου,
σα να ’κλαιγα — λέει· ώσπου πάγωσα ολόκληρη κι ένιωσα να ’χω γίνει
ένα άγαλμα επίχρυσο του ίδιου του εαυτού μου, φωτισμένο απ’ το φεγγάρι,
άντικρυ στα τυφλά μάτια του πατέρα. Αυτό το ρίγος μού επανέρχεται ακόμη.

She never put on any jewelry; not even her engagement ring

which she hid deep in a chest, carrying along to our youthful

group her dark arrogance, she displayed her somber glance

over our laughter, like sharp sword of futility.

And even if sometimes,

she pretended to help set the table, to bring a plate, a water jug

you would have thought that she had in her hands a cranium

that she would place amid the amphorae.

              No one got drunk again.

One night, while we were playing, both men and women,

someone had the idea to change cloths and dress the men

as women and us women as men. There was a strange

 contention, an awkward freedom in that change, as if strangers

to ourselves and at the same time true and sincere. My sister,

only, stayed in her black cloths, frozen in one corner, reproachful

and unprepossessing. We went down the stairs, hurriedly, and out

to the garden. We ran around. The girls, dressed in boys’ cloths

were suddenly more daring than the boys. A huge moon,

like a pan, was looking from above.

Music from  the windows, filtered by the leaves, reached our ears.

Heamon was dressed in my cloths and I felt him so mine

as we danced in the fountain while the water shivered joyously

in my hair, my shoulders, my cheeks, as if I was crying, it was

said; until I felt so cold, in my whole body, as if I became

a gold-plated statue of myself, moonlit, before the blind eyes

of my father. That shiver still overtakes me to this day.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s