Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III
ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ/PERSEPHONE
(Απόσπασμα//excerpt)

Την απώλεια μόλις την ένιωσα στην άκρη των χειλιών μου
που ξαφνικά στεγνώσαν· — δε σχημάτιζαν φθόγγο ή διάθεση φθόγγου,
μονάχα η μακρινή, σκοτεινή ελευθερία, ανταμωμένη
σώμα με σώμα — εγώ κι εκείνη — η μια μέσα στην άλλη — ένα απίστευτο σώμα.
Κι ένιωσα τότε το χέρι του τυλιγμένο στη μέση μου
τραχύ, δασύτριχο, μυώδες, να δαμάζει την αντίστασή μου· —ποιάν αντίσταση;—
εγώ δεν ήμουν εγώ· — κανένας φόβος λοιπόν για μια ταπείνωση· τα πάντα
είχαν ακινητήσει σε μια απέραντη διαύγεια
ενός συντελεσμένου ακατόρθωτου.
«Φοβάσαι;», μου είπε
(τί ανίσχυροι που ’ναι οι πολύ δυνατοί· — φοβούνται πάντα
μήπως δεν τους φοβόμαστε όσο πρέπει, — οι ωραίοι, οι ανύποπτοι
μέσα στην παιδική αλαζονεία τους). «Ναι, του είπα, — φοβάμαι»,
κι εκείνος μ’ έσφιξε πάνω του πιότερο, τόσο που αισθάνθηκα του χεριού του το τρίχωμα
να εισδύει μέσ’ απ’ τους πόρους μου σα να ’μουν δεμένη στο σώμα του
με χιλιάδες λεπτότατες ρίζες — καθόλου δεσμευμένη, μια κι ήμουν αφημένη.


 
However I felt the loss at the edge of my lips that suddenly
dried up, didn’t utter a single syllable or desire for a syllable
only the humble, dark freedom remained uniting body with
body, I and it, one in the other, an unbelievable body.
Then I felt his hand wrapped around my waist, rough hand,
muscly, that tamed my defense, which defense? I wasn’t
myself; not a single fear for the upcoming humiliation.
 
Everything had stopped in an endless lucidity of an achieved
unachievable. Are you afraid? He asked me. How
weak are the most powerful; they’re always afraid that
we aren’t enough afraid of them, we the beautiful,
the unsuspecting in our childish haughtiness; yes, I am,
I said to him, and he held me even tighter onto him
so much so that I felt the hairs of his arm entering my pores
as if I was tied to his body with a thousand thin roots, not
at all bound since I had let go.

https://www.amazon.com/dp/B096TLBNFK
 
 

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II
ΙΣΜΗΝΗ///ISMENE
(Απόσπασμα-Excerpt)

Ωστόσο, κάποιο μεσημέρι του καλοκαιριού, που όλοι κοιμόνταν,
την ώρα που κατέβαινα ξυπόλυτη τη σκάλα, την είδα
μπρος στο κελάρι της τραπεζαρίας, με μια γαβάθα πετιμέζι στην ποδιά της,
να τρώει μεγάλες κουταλιές μουλιασμένο ψωμί. Γύρισα κι έφυγα.
Ακούστηκαν μεμιάς τα τζιτζίκια που φώναζαν στον κήπο. Δε με είδε.

Ποτέ δεν της το ’πα. Δεν έμαθε. Πολύ τη λυπόμουν.
Πεινούσε κι εκείνη (και το ’ξερε). Μπορεί και ν’ αγαπούσε. Δεν το ανεχόταν
να σκύψει μπρος στην ίδια της επιθυμία, που δεν ήταν, βέβαια,
δικό της έργο, δική της εκλογή. Μόνο το θάνατό της, — όχι·
μόνο την ώρα και τον τρόπο τού θανάτου της μπορούσε να διαλέξει.
Κι αλήθεια, διάλεξε. Κι εκείνο της το «άκλαυτος, άφιλος»,
ιδίως εκείνο το «ανυμέναιος», ήταν η μόνη της ομολογία,
η πρώτη ωραία ταπεινοσύνη της, η μόνη θηλυκή της γενναιότητα,
η τελευταία και μόνη της ειλικρίνεια, πού έτσι σα να δικαίωσε κάπως
την πικραμένη υπεροψία της. Αυτό τη συχώρεσε στα μάτια μου.

Yet, one summer high-noon, when all were asleep, when
I, barefoot, was descending the stairs, I saw her, in front
of the dining room cellar and having between her legs
a jar of grape-jam she was eating along with moistened
bread. I turned and left. The cicadas were heard singing
in the garden. She didn’t see me.
 
I never told her. She never found out. I felt sorry for her.
She was hungry too, and she knew it; perhaps she was in love too.
She couldn’t allow herself to bow to her own desire, that, of course,
was her choice, her decision. No, only her death, only at the time
of her death she could choose. And she did. And her words,
unlamented, unsung, unfriended were her only acknowledgment,
her first true prostration, her only womanly bravery,
her last and only truth, with which she somehow justified
her sad arrogance. For this reason I forgave her.

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume I
ΕΛΕΝΗ — HELEN

(Απόσπασμα/excerpt)

Έπιανα τότε το δικό μου πηγούνι, συνεχίζοντας το φαΐ μου αφηρημένα,
νιώθοντας μες στη φούχτα μου τις κινήσεις της κάτω μου μασέλας
σα να ’ταν ξεκομμένη απ’ το κεφάλι μου και την κρατούσα γυμνή στην παλάμη.
Ίσως γι’ αυτό να πάχυνα κι εγώ. Δεν ξέρω. Όλοι φαινόνταν φοβισμένοι —
τους έβλεπα καμιά φορά πίσω απ’ τα τζάμια· — περπατούσαν με το πλάι
σα να κούτσαιναν κάπως, σα να κρύβαν κάτι κάτω απ’ τη μασκάλη. Το απόγευμα
οι καμπάνες σημαίνανε πένθιμα. Οι ζητιάνοι χτυπούσαν τις πόρτες. Στο βάθος,
η ασβεστωμένη πρόσοψη του Μαιευτηρίου, καθώς σουρούπωνε, φαινόταν πιο άσπρη,
πιο μακρινή κι ακατανόητη. Ανάβαμε γρήγορα τις λάμπες. Μεταποιούσα
κάνα παλιό φόρεμά μου. Ύστερα χάλασε κι η ραπτομηχανή· τη μεταφέραν
κάτω στα υπόγεια μαζί με κείνες τις παλιές, ρομαντικές ελαιογραφίες
όλο κοινότοπες μυθικές παραστάσεις — Αναδυόμενες, Αετούς και Γανυμήδες.

Έφυγαν ένας ένας οι παλιοί μας γνώριμοι. Λιγόστεψε και η αλληλογραφία.
μόνο σε τίποτα γιορτές, σε τίποτα γενέθλια, μια σύντομη κάρτα —
ένα στερεότυπο τοπίο του Ταϋγέτου με δαντελωτές κορφές, πολύ γαλάζιες,
ένα κομμάτι απ’ τον Ευρώτα με άσπρα βότσαλα και ροδοδάφνες,
ή τα ερείπια του Μυστρά με τις αγριοσυκιές. Μα το συχνότερο απ’ όλα
τηλεγραφήματα συλλυπητήρια. Κι απαντήσεις δεν έρχονταν. Ίσως
στο μεταξύ να ’χε πεθάνει ο παραλήπτης — δε μαθαίναμε πιο πέρα.

Then I touched my own chin carrying on with my food

         absentminded

feeling in my hand the movements of my lower jaw

as if it was severed from my head and I held it naked

        in my palm

Perhaps for this reason I gained some weight myself I don’t

         know Everyone looked scared –

I saw them sometimes behind the windows – they walked

         sideways –

somehow limping as if hiding something under their arms

         In the afternoon

the bells rang solemnly The beggars knocked on doors

         At the far end

the whitewashed facade of the Maternity Hospital that in the

        evening

seemed whiter

more distant and unexplainable We lighted the lamps quickly

           I would alter one

of my old dresses Then the sewing machine broke so they

           took it down

to the basement along with those old romantic oil

           paintings

with well-known mythical images – Nymphs rising from the

           sea Eagles

           and Ganymede

One by one our old friends left Even the mail slackened

only around festivities or birthdays a brief postcard –

a stereotypical scene of Taygetos with its ridged peaks

           light blue

a piece of Eurotas with white pebbles and oleanders

or the ruins of Mystras with the wild fig trees But more often

           than anything else

telegrams of condolences And no answers Perhaps in the

meantime the recipient had died – we never learned further

Βασίλης Κουντζάκης, Τέσσερα ποιήματα

To Koskino

Χάνομαι ένα Σάββατο
στο κέντρο της πόλης
την ώρα που αφηρημένα κατεβαίνουν
τα ρολά των μαγαζιών
κι επικρατεί μια περίεργη βοή
την ώρα που τα παπούτσια σου
με χάρη ακουμπούν
τις πλάκες του πεζοδρομίου
στο γυρισμό για το σπίτι

*

Βροχή
το σύμπαν συνωμοτεί
και συνοδεύει
τη συναισθηματική μου
μυσταγωγία
έκρηξη
μελαγχολία
αναίτια αίσθηση απουσίας
κύκλοι ομόκεντροι
παράλληλες διαδρομές

*Από τη συλλογή «Δίχως όνομα», Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2015.

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ

Σε ποιον αστερισμό βρίσκεσαι σήμερα;
Σε ποια μονόπρακτα εντυπώσεων κατοικείς;
Προς τα πού πνέει η ήτα;

Η νύχτα πυκνώνει,
μέσα σε ταπεινώσεις, πλιάτσικα χρόνου
και παθολογίες σε πρώτο πρόσωπο.

ΣΙΩΠΗ

Στο χείλος της καταιγίδας
στις μάχες των ματιών
όλα έχουν ειπωθεί

δεσπόζει η σιωπή
και το σώμα έκθετο
στο ξημέρωμα μιας οικειότητας
σαν φωνή γονιού
ή παλιού φίλου
σε μεσημεριανό όνειρο

*Από τη συλλογή «Το απέναντι κάθισμα», Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2020.

View original post