Yannis Ritsos-Poems, Selected Books

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume I


Έπιανα τότε το δικό μου πηγούνι, συνεχίζοντας το φαΐ μου αφηρημένα,
νιώθοντας μες στη φούχτα μου τις κινήσεις της κάτω μου μασέλας
σα να ’ταν ξεκομμένη απ’ το κεφάλι μου και την κρατούσα γυμνή στην παλάμη.
Ίσως γι’ αυτό να πάχυνα κι εγώ. Δεν ξέρω. Όλοι φαινόνταν φοβισμένοι —
τους έβλεπα καμιά φορά πίσω απ’ τα τζάμια· — περπατούσαν με το πλάι
σα να κούτσαιναν κάπως, σα να κρύβαν κάτι κάτω απ’ τη μασκάλη. Το απόγευμα
οι καμπάνες σημαίνανε πένθιμα. Οι ζητιάνοι χτυπούσαν τις πόρτες. Στο βάθος,
η ασβεστωμένη πρόσοψη του Μαιευτηρίου, καθώς σουρούπωνε, φαινόταν πιο άσπρη,
πιο μακρινή κι ακατανόητη. Ανάβαμε γρήγορα τις λάμπες. Μεταποιούσα
κάνα παλιό φόρεμά μου. Ύστερα χάλασε κι η ραπτομηχανή· τη μεταφέραν
κάτω στα υπόγεια μαζί με κείνες τις παλιές, ρομαντικές ελαιογραφίες
όλο κοινότοπες μυθικές παραστάσεις — Αναδυόμενες, Αετούς και Γανυμήδες.

Έφυγαν ένας ένας οι παλιοί μας γνώριμοι. Λιγόστεψε και η αλληλογραφία.
μόνο σε τίποτα γιορτές, σε τίποτα γενέθλια, μια σύντομη κάρτα —
ένα στερεότυπο τοπίο του Ταϋγέτου με δαντελωτές κορφές, πολύ γαλάζιες,
ένα κομμάτι απ’ τον Ευρώτα με άσπρα βότσαλα και ροδοδάφνες,
ή τα ερείπια του Μυστρά με τις αγριοσυκιές. Μα το συχνότερο απ’ όλα
τηλεγραφήματα συλλυπητήρια. Κι απαντήσεις δεν έρχονταν. Ίσως
στο μεταξύ να ’χε πεθάνει ο παραλήπτης — δε μαθαίναμε πιο πέρα.

Then I touched my own chin carrying on with my food


feeling in my hand the movements of my lower jaw

as if it was severed from my head and I held it naked

        in my palm

Perhaps for this reason I gained some weight myself I don’t

         know Everyone looked scared –

I saw them sometimes behind the windows – they walked

         sideways –

somehow limping as if hiding something under their arms

         In the afternoon

the bells rang solemnly The beggars knocked on doors

         At the far end

the whitewashed facade of the Maternity Hospital that in the


seemed whiter

more distant and unexplainable We lighted the lamps quickly

           I would alter one

of my old dresses Then the sewing machine broke so they

           took it down

to the basement along with those old romantic oil


with well-known mythical images – Nymphs rising from the

           sea Eagles

           and Ganymede

One by one our old friends left Even the mail slackened

only around festivities or birthdays a brief postcard –

a stereotypical scene of Taygetos with its ridged peaks

           light blue

a piece of Eurotas with white pebbles and oleanders

or the ruins of Mystras with the wild fig trees But more often

           than anything else

telegrams of condolences And no answers Perhaps in the

meantime the recipient had died – we never learned further

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s