Tasos Livaditis-Selected Poems

     Ένα βράδυ πήρα απ’ το τραπέζι τα δυο μισοτελειωμένα φορέμα-
τα και τ’ ακούμπησα στον καναπέ, η γυναίκα μου ήταν μια φτωχή
μοδίστρα, το πρωί “γιατί” μου λέει, “έκανες αυτήν την ακαταστα-
σία;” “Λάθος” της λέω “ίσα ίσα που συμμάζεψα λίγο το σπίτι”
“αλλά γιατί;” “μα θα ερχόταν κόσμος” της λέω “ποιος κόσμος;”
μου λέει με παράπονο — αφού δεν έρχεται ποτέ κανείς” “φτωχή
μου κοπέλλα είσαι τρελλή;” της λέω “κάθε βράδυ έρχεται πολύς
κόσμος” “εδώ σ’ εμάς;” έκανε και τα μάτια της έλαμψαν.
      Από τότε άρχισε να μιλάει μόνη της τα βράδια, ώσπου τη βά-
λαμε στο άσυλο. Εγώ πήγα στης μητέρας μου, δε θυμάμαι πού —
γριά γυναίκα ήταν βλέπεις
     κι είχε πεθάνει.
    One night I took two unfinished dresses from the table and
put them on the couch; my wife was a poor seamstress;
in the morning she said to me“why you created that mess?”,
“on the contrary” I said to her  “but why?” “We expect
visitors” I said “what visitors?” she said to me with a grumble
“no one ever comes” “poor girl, you are crazy” I said “every
night lots of people come” “here to visit us?” she said and
her eyes gleamed.
     Since then she started talking to herself every night until
we put her in the asylum. I went to my mother’s, I don’t
remember where; she was an old woman, you see
      and she had died.


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s