Ένας Μινωικός σφραγιδόλιθος με διττή σημασία

ΕΛΛΑΣ

Του Μηνά Τσικριτσή, ερευνητή Αιγαιακών Γραφών

Το επίθετο διττός χαρακτηρίζει απόλυτα τον παρατιθέμενο Μινωικό σφραγιδόλιθο που έχει δύο μορφές χρήσης: η πρώτη ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία εμφανίζονται δύο πρόσωπα να φιλιούνται στο στόμα, είναι καλλιτεχνική, όπως σχολιάζει ο δημοσιογράφος Γ. Λεκάκης σε δημοσίευμα του (Εικόνα 1.). Η δεύτερη ερμηνεία, με την οποία θα ασχοληθούμε, σχετίζεται με την αποκωδικοποίηση της λέξης που αποκαλύπτεται στο αποτύπωμα του σφραγιδόλιθου (Εικόνα 2.).


View original post 612 more words

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books


YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume I
ΕΛΕΝΗ — HELEN
(Απόσπασμα/excerpt)


Θαρρώ πως έφτασε κι αυτός στην Ιθάκη· — θα τον κουκούλωσε, λέω, με τα φαντά της
η άχαρη χοντρή Πηνελόπη. Δεν πήρα από τότε μήνυμά του —
μπορεί και να τα σκίζουν οι δούλες, — τί χρειάζονται πια; Οι Συμπληγάδες
μεταφερθήκαν κάπου αλλού, σ’ ένα χώρο πιο μέσα — τις νιώθεις
ασάλευτες, μαλακωμένες — πιο τρομερές από πριν, — δε συνθλίβουν,
πνίγουν σ’ ένα πηχτό, μαύρο ρευστό — δε γλιτώνει κανένας.

Μπορείς να φύγεις τώρα. Νύχτωσε. Νυστάζω, — να κλείσω τα μάτια,
να κοιμηθώ, να μη βλέπω ούτε έξω ούτε μέσα, να ξεχάσω
το φόβο του ύπνου και το φόβο του ξύπνου. Δεν μπορώ. Πετάγομαι πάνω —
φοβάμαι μήπως δεν ξαναξυπνήσω. Μένω άγρυπνη, ν’ ακούω
απ’ το σαλόνι το ροχαλητό των υπηρετριών, τις αράχνες στους τοίχους,
τις κατσαρίδες μέσα στην κουζίνα, ή τους νεκρούς να ρουθουνίζουν
με βαθιές εισπνοές, σα να κοιμούνται τάχα, σα να ’χουν ησυχάσει.
Χάνω και τους νεκρούς μου τώρα. Τους έχασα. Πάνε.


Καμιά φορά, περασμένα μεσάνυχτα, ακούγονται κάτω στο δρόμο
οι ρυθμικές οπλές απ’ τ’ άλογα μιας καθυστερημένης άμαξας, σα να επιστρέφει
από μια πένθιμη παράσταση κάποιου ετοιμόρροπου, συνοικιακού θεάτρου
με πεσμένους τους γύψους της οροφής, με ξεγδαρμένους τοίχους,
με μια τεράστια κόκκινη, ξεθωριασμένη αυλαία, κλεισμένη,
που ’χει μαζέψει απ’ τα πολλά πλυσίματα, και στο κενό που αφήνει κάτω
διακρίνονται ξυπόλυτα τα πόδια του μεγάλου φροντιστή ή του ηλεκτρολόγου
που ίσως τυλίγει σε ρολό ένα χάρτινο δάσος για να σβήσει τα φώτα.

Εκείνη η χαραμάδα μένει ακόμη φωτισμένη, ενώ στην πλατεία
έχουν απ’ ώρα σβήσει οι πολυέλαιοι και τα χειροκροτήματα. Στον αέρα
μένει βαριά η ανάσα της σιωπής, κι ο βόμβος της σιωπής κάτω
απ’ τ’ άδεια καθίσματα, μαζί με φλούδες από ηλιόσπορους και στριμμένα εισιτήρια,
με κάτι κουμπιά, ένα μαντίλι δαντελένιο, ένα κομμάτι κόκκινο σπάγγο.

… Κι εκείνη η σκηνή, πάνω στα τείχη της Τροίας, — να αναλήφθηκα τάχα στ’ αλήθεια
αφήνοντας να πέσει απ’ τα χείλη μου — ; Καμιά φορά δοκιμάζω και τώρα,
εδώ πλαγιασμένη στο κρεβάτι, ν’ ανοίξω τα χέρια, να πατήσω
στις μύτες των ποδιών — να πατήσω στον αέρα, — το τρίτο λουλούδι


I believe he also reached Ithaca – she must have covered him
          in her woven things
the charmless fat Penelope Since then I never received his
          messages –
perhaps my servants tear them up – of what use are they
         anymore?
         Symplegades
have moved someplace else in a secret more internal space – you
feel them
motionless softened – even more fearful than before – they
          don’t crash
they suffocate you in a thick black fluid – none escapes them
You may go now Night has come I feel sleepy – Oh to close
          my eyes
to sleep so that I don’t see either outside or in to forget
the fear of sleep and awakening I cannot I jump up –
I am afraid I won’t wake up again I stay up listening
to the snoring of the servants from the living room the spiders
on the walls
the cockroaches in the kitchen or the dead people snoring
with deep breaths pretending they’re asleep they have calmed
           down
I even lose my dead people now I have lost them – they are gone
Sometimes past midnight the rhythmic hooves of horses
are heard from down the road from a delayed carriage as if
          returning
from a morning matinee of some rundown neighborhood
         theater
with its plaster fallen off the ceiling with the peeling walls
with a huge discolored red curtain drawn
that has shrunk from so many washings and in the gap
        it leaves under it
you could see the bare feet of the stage manager or the
        electrician
perhaps rolling up a paper forest so that the lights go out
That crack is still lit while in the auditorium
the clapping has vanished and the chandeliers have turned off
         The air
Stays heavy with the breath of silence and the buzz of silence
under the empty seats together with shells from sunflower seeds
and the rolled-up tickets
with some buttons a lace handkerchief a piece of red string
…And that scene on the walls of Troy – did I truly
        ascend
letting it fall off my lips? – Sometimes even now
        I try
here lying in bed to open my hands to stand on
my tiptoes – to stand on air – the third  
        flower.

https://www.amazon.com/dp/B09GZGTBB9