ubermensch cover


We buried him, yesterday afternoon, in the freshly dug soil,
a small twig that he was, the poet with his thin gray beard.
His only sin: so much he loved the birds that didn’t come
to his funeral.
The sun went down behind the army barracks where the future
dead slept and the lone hawk, lover of songs, sat on the oak
branch; women lamented for the day’s yellow rapture and after
approving everything the hawk flew away, as if to define
distance. Wind blew over the surface of the lake searching
for the traitor who had run to the opposite shore where
judgement was passed and the ancient cross remained with
no corpse.
Everyone felt joyous, wine and finger food had to do with it
the hawk returned without news and the beggar extended
his hand and softly begged:
“two bits, man, God bless your soul, two bits.’

View original post 148 more words

Tasos Livaditis-Selected Poems

Neighborhoods of the World

Θυμάσαι, αγάπη μου, “την πρώτη μεγάλη μέρα μας”;
Σου πήγαινε αυτό το κίτρινο φόρεμα
ένα απλό φτηνό φόρεμα, μα ήταν τόσο όμορφα κίτρινο.
Οι τσέπες του κεντημένες με μεγάλα καφετιά λουλούδια.
Σου πήγαινε στό πρόσωπο σου ο ήλιος
σού πήγαινε στην άκρη του δρόμου αυτό το τριανταφυλλένιο

κι αυτή η φωνή μακριά ενός πλανόδιου ακονιστή – σου


Έβαζα τα χέρια μου στις τσέπες, τα ξανάβγαζα.
Βαδίζαμε δίχως λέξη. Μα και τι να πει κανείς
όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός καί τα μάτια σου
τόσο μεγάλα. Ένα παιδί στη γωνιά τραγούδαγε τις

       λεμονάδες του.

Ήπιαμε μια στα δυο. Κι αυτό το χελιδόνι που πέρασε ξαφνικά

πλάι στα μαλλιά σου. Τι σου είπε λοιπόν;
Είναι τόσο όμορφα τα μαλλιά σου. Δεν μπορεί, κάτι

       θα σου είπε.

Το ξενοδοχείο ήταν μικρό σε μια παλιά συνοικία πλάι στο


που μες στην αντηλιά κοιτάζαμε να μανουβράρουμε τα τραίνα.

Αλήθεια κείνη η άνοιξη, εκείνο το πρωινό, εκείνη η απλή

       κάμαρα της ευτυχίας

αυτό το σώμα σου που κράταγα πρώτη φορά γυμνό

αυτά τα δάκρυα που δεν μπόρεσα στο τέλος να κρατήσω

— πόσο σου πήγαιναν.

My love do you remember “our first big day”?

That yellow dress suit you, a simple

inexpensive dress, but it was such a pretty yellow.

Its pockets embroidered with large brown flowers.

The sun suit you as it fell on your face 

that rosy cloud at the edge of the road

     suit you

and far away the voice of the travelling knife sharpener

    suit you.

I’d put my hands in my pockets and take them out.

We’d walk saying no words. But what could one say

when the world is so bright and your eyes

so big. A boy, at the corner of the street would sing

     about his lemonade.

We split one. And the swallow that

suddenly flew by your hair. What did it say to you?

Your hair is so nice. It’s impossible, it must have said

     something to you.

The hotel was small and in an old neighborhood next

     to the train station

and in the glare we saw them manoeuvring the trains.

Truly, that spring, that morning, that simple

     room of happiness

your body that I held for the first time naked

the tears that at the end I couldn’t hold back

how they suit you.

Ο ελληνισμός επέτυχε ως γένος αλλ’ απέτυχε ως κράτος


Σε μια σπάνια συνέντευξη που έδωσε ο Οδυσσέας Ελύτης στον Ρένο Αποστολίδη στην Ἐφημερίδα Ἐλευθερία στις 15 Ιουνίου του 1958, τα λόγια του παραμένουν επίκαιρα.

View original post 1,232 more words