Yannis Ritsos-Poems, Selected Books

 
Yannis Ritsos-Poems, Selected Books
 
ΔΩΜΑΤΙΑ ΜΕΤ’ ΕΠΙΠΛΩΝ (1978-1979)
 
 
ΓΕΡΑΜΑΤΑ
 
Έρχονται γριές, γεμ/ίουν το σπιτι, κρατάνε
ομπρέλες, βεντάλιες, μικρά ή μεγάλα μαύρα καπέλα
τσάντες με καθρεφτάκια, μαντίλια, κραγιόνια, πουντιέρες.
Ξετυλίγουν χοντρά κουβάρια σπάγκους, κλείνουν τις πόρτες.
Οι πιο πολλές είναι κουφές ή μουγκές, η μια φωνάζει
πέφτουν στο πάτωμα καλτσοβελόνες, χάπια, καρφίτσες.
Αυτός κοπανάει στο γουδί μοσχοκάρφια, ρεβίθια,
ξεκουφαίνει τις γριές, ρίχνει μες στο πηγάδι τα κλειδιά τους
κι εγώ είμαι νέος, Κυριακή πρωί με μεγάλους ανέμους.
 
OLD AGE
 
Old women come they fill the house they hold
umbrellas fans small or big black hats
purses with hand-mirrors handkerchiefs lipsticks compacts
they unravel big balls of string they shut the doors
most of them are deaf or dumb One of them shouts
and sock-needles pills and pins fall on the floor
he pounds fragrant cloves and chickpeas in the mortar
he deafens the old women he throws their keys in the well
and I am young Sunday morning with the strong winds
 

Έλσα Κορνέτη, Δον Κιχώτης

To Koskino

Πίνακας: Anne Siems

Το αποφάσισε
Από σήμερα θα γίνει
Ένας γυάλινος παράφορος ιππότης
Από σήμερα θα γίνει ένας αλλοπαρμένος φούρναρης ιππότης

Κάθε χάραμα θα ζυμώνει τον κόσμο που επιθυμεί με άνθη λωτού κι Έπειτα θα
γεμίζει τον ουρανό με αφράτα πολύχρωμα μπαλόνια – καρβέλια για να ταΐζει
πλάνητες αγαθούς κι ονειροπόλους

Το αποφάσισε
Από σήμερα θα γίνει οπαδός της ανάποδης σκέψης
Άλλωστε για τον περιπλανώμενο στην έρημο της τρέλας
Η μόνη ελπίδα είναι το παράλογο
Κι αυτός προχωρά μόνος
Ντυμένος στα λευκά γιατί
Η έρημός του είναι απ’ αλεύρι
Τα μπαλόνια τα τρυπούν μνησίκακα πτηνά
Και τα καρβέλια πέφτουν επάνω του σαν μετεωρίτες
Τα όνειρα του αλέθονται στη μυλόπετρα της αλήθειας
Περνούν μέσα από τρύπια ανεμόμυλων φτερά κι έπειτα
Πασπαλίζουν τα σύννεφα με την αδιαφορία του αέρα

Κι η Δουλτσινέα;

H Δουλτσινέα του ήταν ένας άγγελος-τραβεστί που τον ξεμυάλισε Φορώντας μια ξανθιά περούκα και το μακρύ δαντελένιο νυφικό της απάτης

View original post 26 more words

Jacques Prevert, Μπάρμπαρα

To Koskino

Θυμήσου Μπάρμπαρα
Έβρεχε αδιάκοπα στη Βρέστη κείνη τη μέρα
Και συ βάδιζες γελαστή
Κατάκοπη, μαγεμένη γεμάτη ιδρώτα
Μέσα στη βροχή
Θυμήσου Μπάρμπαρα
Έβρεχε αδιάκοπα στη Βρέστη.
……..
Μη ξεχνάς
Κάποιος σε μια ξώπορτα στεκότανε
Και φώναξε τ’ όνομά σου
Μπάρμπαρα
Και συ έτρεξες κοντά του μες στη βροχή
Ιδρωμένη, μαγεμένη κατάκοπη
Και ρίχτηκες στην αγκαλιά του
Θυμήσου το Μπάρμπαρα
Και δεν με νοιάζει αν σου μιλάω έτσι
Λέω πάντα εσύ, σ’ όλους π’ αγαπώ
Έστω κι’ αν τους έχω δει μόνο μια φορά
Λέω εσύ σ’ αυτούς π’ αγαπιούνται
Κι’ ας μην τους ξέρω
Θυμήσου Μπάρμπαρα
Μη ξεχνάς
Αυτή την ήσυχη κι’ ευτυχισμένη βροχή
Στο ευτυχισμένο σου πρόσωπο
Στην ευτυχισμένη πολιτεία
Αυτή τη βροχή πάνω στη θάλασσα
Πάνω στο λιμάνι
Πάνω στο πλοίο τ’ Ουεσάν
Ω! Μπάρμπαρα
Τι αθλιότητα ο πόλεμος
Τι νάχεις γίνει τώρα
Κάτω απ’ αυτή τη σιδερένια βροχή
Τη ματωμένη φωτιά του σίδερου
Κι’ εκείνος που θα…

View original post 71 more words

Γιάννης Γ. Μασμανίδης: [Τώρα πια…]

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Τώρα πια
μαστόροι χαλκεύουν τα νοήματα.
Στους πυθμένες των καιρών
ξηλώνονται οι ραφές του περιβλήματος
αιώρα δεμένη με σταθερά σημεία.
Εκείνη,
μυστήρια προξενήτρα
στο σαστισμένο βλέμμα του
στο φέγγος των κεριών
και στ’ άλλα φώτα,
τώρα πια
στους άγραφους τοίχους
των αναχωρητών
η προσευχή μάτωνε τις οπτασίες
τελείωνε και η αρίθμηση
συρμένη σε δημόσια πλατεία.

Από τη συλλογή Φως εν τέλει (1997) του Γιάννη Γ. Μασμανίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Γ. Μασμανίδης

View original post

Quo Vadis Δυτικέ κόσμε;

Παιδείας Εγκώμιον

Ουκρανία: Διπλωματικός «πυρετός» για να αποφευχθεί ο πόλεμος με τη Ρωσία -  Οι ΗΠΑ απειλούν, ο ΟΗΕ καθησυχάζει

Ο Πούτιν δημιούργησε μία μοναδική στο είδος της, όλο το 24ωρο ανοιχτή, παγκόσμια υπηρεσία επισκευής “χαλασμένων” δικτατοριών.

* Άρθρο του Ηλία Σ. Τζιώρα

Έγινε ο νούμερο 1 προορισμός για κάθε αποτυχημένο αυταρχικό ηγέτη, δικτάτορα του κόσμου με προβλήματα.

View original post 231 more words

Autumn Leaves, by Manolis Aligizakis

ΦΕΡΕΤΡΟ

Το φέρετρο χαμηλώθηκε

στο σκοτεινό βάθος

ο ήλιος μετάνιωσε που ανέτειλε

έπρεπε ο τόπος τούτος νa `ταν

σκοτεινότερος σήμερα ειδικά

κι ο άνεμος σταμάτησε για μια στιγμή 

κι ύστερα ξαναφύσηξε

ορισμένα πράγματα έπρεπε

απελπιστικά να συνεχίζονται

καθώς το αγόρι χάϊδεψε

το λαιμό του αλόγου

και το ξημέρωμα βεβαίωνε

της σημερνής ημέρας τη λιακάδα

σαν να `χαν προσκαλέσει το μέλλον

πριν απ’ το μέλλον και το φέρετρο

χαμηλώθηκε στο χώμα

κι ο νεκρός ξεκουράστηκε

καθώς το άλογο μειδίασε

CASKET

Casket was lowered into

the dark abyss

sun regretted it brought dawn

this place should have stayed dark

especially today when the wind

stopped blowing then it restarted,

alas, things always needed

carry on with life and

the boy caressed

the horse’s neck that

confirmed a future day

basking in sunshine

as though calling the future

before the future  

casket lowered in the abyss

man inside it rested

Tasos Livaditis-Selected Poems

Ο ΤΡΙΤΟΣ

      Τότε ήρθε κι ο άλλος, κρατούσε μια παλιά φθαρμένη βαλίτσα,

όπου έκρυβε τα φαντάσματα της ζωής του, για να μην κάνουν τον

κόπο να τον κυνηγούν,

      ήμασταν στο ίδιο πνιγηρό δωμάτιο, και το μεγάλο ζώο που ήταν

ζωγραφισμένο στο χαλί μας έτρωγε κιόλας τα γόνατα,

     “μητέρα, ρώτησα κάποτε, πού μπορούμε να βρούμε λίγο νερό για

τ’ άλογό μου;”, “μα δε βλέπω κανένα άλογο”, “κι εσύ μητέρα!”,

      μια σειρά κεριά ήταν κι απ’ τίς δυο μεριές του διαδρόμου, και

στο βάθος το σκοτεινό μαγαζί που πουλούσε παλιά μουσικά όργανα

κρεμασμένα απ’ το ταβάνι, σαν τους φτωχούς, και στη μέση ο

παλαιοπώλης, γέρος και βρόμικος, κούρντιζε πάνω στα γόνατά του

το πεθαμένο χέρι, “μας γέλασαν, φώναξα, μας έδωσαν άλλο σπίτι”,

μα δέν υπήρχε κανείς γύρω, μονάχα μια φουρκέτα κάτω στις

πλάκες σαν ένα μικρό έντομο, που μόλις έκανα να την αγγίξω

πέταξε και χάθηκε απ’ το παράθυρο.

      Κι όλη τη νύχτα ακούγαμε τους σιδεράδες που ετοιμάζαν τα

καρφιά, σαν να υπήρχε κάποιος Ιησούς ανάμεσα στους τρείς μας.

THE THIRD MAN

      Then the other one came; he carried an old ravished valise

in which he hid all the ghosts of his life that they never needed

chase after him

      we were in the same stuffy room and the large animal sewn

on the carpet was already biting our knees

     “mother” I asked at some-time “where can we find some water for

my horse?”, “but I don’t see any horse”, “you too, mother!”

      a line of candles was on both sides of the hallway and at

the far end the store that sold old music instruments that hanged

from the ceiling like the destitute and in the middle the merchant

old and dirty; on his knee he would wound up the dead arm

“they fooled us” I cried “they gave us a different house”

but no-one was around, only one hairpin on the tiles like

a small insect that as I tried to touch it, it flew and vanished

through the window.

      And all night long we heard the blacksmiths who prepared

the nails as if there was one Christ amongst the three of us.

Το νούμερο 31.328 του Ηλία Βενέζη

ΕΛΛΑΣ

Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

Το ακόλουθο περιστατικό συνέβη στην αποβάθρα της Μυτιλήνης κατά την κατά την άφιξη του Βενέζη μετά την αιχμαλωσία του, (το αφηγείται ο ίδιος) από τους Τούρκους το 1922 στα τάγματα εργασίας:

View original post 710 more words

Πριν 47 χρόνια έφυγε ο ποιητής Νίκος Καββαδίας, ένας Λουντέμης της θάλασσας!

Παιδείας Εγκώμιον

Νίκος Καββαδίας: Κόλιας, το παιδί της Μαντζουρίας | Cretanleft.gr

Θανάσης Τσιριγώτης

Μία σύγκριση ανάμεσα στον Ν. Καββαδία ως ποιητή της θάλασσας και τον Ο. Ελύτη ως επισκέπτη

Έκλεισαν ήδη 47 χρόνια από τότε που έφυγε ο ποιητής Νίκος Καββαδίας (10-2-1975). Ασυρματιστής, ποιητής μέχρι τα γεράματά του (γεννήθηκε το 1911) ταξιδευτής σε ποντοπόρα πλοία, αδέκαρος και χωρίς τιμές, γιατί τον ξέχασε η πατρίδα του.

View original post 1,081 more words

Πριν 47 χρόνια έφυγε ο ποιητής Νίκος Καββαδίας, ένας Λουντέμης της θάλασσας!

Παιδείας Εγκώμιον

Νίκος Καββαδίας: Κόλιας, το παιδί της Μαντζουρίας | Cretanleft.gr

Θανάσης Τσιριγώτης

Μία σύγκριση ανάμεσα στον Ν. Καββαδία ως ποιητή της θάλασσας και τον Ο. Ελύτη ως επισκέπτη

Έκλεισαν ήδη 47 χρόνια από τότε που έφυγε ο ποιητής Νίκος Καββαδίας (10-2-1975). Ασυρματιστής, ποιητής μέχρι τα γεράματά του (γεννήθηκε το 1911) ταξιδευτής σε ποντοπόρα πλοία, αδέκαρος και χωρίς τιμές, γιατί τον ξέχασε η πατρίδα του.

View original post 1,081 more words