Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Exercises (1950-1960)

ΣΤΑΣΗ

Ένα άλογο σταμάτησε μ’ όρθιο λαιμό μπροστά στη θάλασσα,

κοίταξε αντίπερα, πάνω απ’ την τρικυμία. Η στάση του

δεν ήξερες αν ήταν ξάφνιασμα ή αψηφιφιά,

διασταγμός μπρος στην οργή του νερού ή γνώση του αγεφύρωτου.

Απόμεινε έτσι λίγην ώρα ασάλευτο

και μοναχά ένα ρίγος διέτρεχε το ευαίσθητο αυτί του

δίχως να ξέρεις αν αφουγκραζόταν τον ωκεανό ή το ίδιο του

        το ρίγος.

Ύστερα με μια απότομη στροφή, γύρισε πίσω

ευγενικό και μελαγχολικό, κι όσο ποτέ ακατάδεχτο.

POSE

The horse, with straight up neck, stopped by the shore;

it looked afar, over the rough sea. You didn’t know

whether its stand was that of a jolt or carelessness,

hesitation before the wrath of the water or

knowledge of the unbridgeable.

It remained motionless for a while, only

a shiver could be seen running on its sensitive ear

and you couldn’t tell whether it was listening to

            the ocean or its shiver.

Then, with a sudden turn, it returned, gentle and sad

and yet so snobby.

“Με τις Ελικωνιάδες Μούσες ας αρχίσει το τραγούδι μας· κατοικούν τον Ελικώνα, όρος μέγα κι ιερό”…*

ΕΛΛΑΣ

*Μουσάων Ἑλικωνιάδων ἀρχώμεθ᾽ ἀείδειν, αἵ θ᾽ Ἑλικῶνος ἔχουσιν ὄρος μέγα τε ζάθεόν … (Ησίοδος, Θεογονία)

Γράφει η Χρυσηίδα Αρβανίτη

ΟΕλικώνας, βουνό της Βοιωτίας, υψώνεται στα 1748μ. Το όνομά του προέρχεται πιθανώς από τη λέξη ‘’ελίκη’’, που δηλώνει την ιτιά. Ο περιηγητής Παυσανίας, όταν πέρασε από αυτά τα μέρη, τον 2ο αι. μ.Χ., αναφέρει ότι ο Ελικώνας ξεχωρίζει για την ευφορία και την αφθονία των δέντρων του. Σήμερα μεγάλο μέρος του καλύπτεται από έλατα. Το όνομά του μαρτυρείται ήδη τον 6ο αι. π.Χ. σε στίχους της ποιήτριας Κόριννας αλλά και σε λευκή λήκυθο των μέσων του 5ου αι. π.Χ., που βρέθηκε σε τάφο Αθηναίας. Η λήκυθος φέρει παράσταση Μούσας η οποία κάθεται σε βραχώδες έξαρμα και παίζει μουσική: εκεί διακρίνεται το όνομα ΗΛΙΚΟΝ (εικ.1).

View original post 523 more words

Αλέξανδρος ‘Ισαρης (1941-2022), Γεννήθηκα στην Αίγυπτο το 200 π.Χ.

To Koskino

Γεννήθηκα στην Αίγυπτο το 200 π.Χ.
Με ήλιο στον Αιγόκερω
Και με σελήνη Κρόνου στον Κριό
Ο πατέρας Μακεδόνας
Κι η μάνα μου απο τη Μαύρη Θάλασσα.
Έγινα χτίστης κι απόκτησα πολλά παιδιά.
Αργότερα θεόρβη έπαιζα δίπλα στον Λοκ.
Αντιγραφέας έγινα το 1701 στη Μαδρίτη
Και εραστής μιας δούκισσας
Που κάηκε σε πυρκαγιά.
Με σκότωσαν σε όργιο κάπου στο Περού
Μα εγώ εμφανίστηκα ξανά
Στη Σαρλεβίλ των Αρδεννών με τ’ όνομα Ρεμπώ.
Πέθανα τριάντα επτά ετών κι όταν ξαναγεννήθηκα
Ήμουν γυναίκα ζωηρή
Που έγινε διάσημη
Σε ρόλους κωμικούς
Μέχρι που γνώρισα στη Ρώμη κάποιον Σάντρο Λίππι.
Πόρνη κατέληξα που πήγε από χολέρα
Μα τώρα φτιάχνω πιάνα στη Λειψία.
Άλλαξα σχήματα, καρδιές, μυαλό
Μίλησα τόσες γλώσσες.
Τυφλός εκ γενετής έχω τρία παιδιά
Γυναίκα από τη Σάμο.
Την τέχνη έμαθα στο σπίτι των γονιών μου
Και μες στη μουσική ζω τη ζωή μου.
Λέγομαι Γιούλιους, είμαι εβδομήντα δύο χρονών
Και θέλω να…

View original post 3 more words

Αλέξανδρος ‘Ισαρης (1941-2022), Γεννήθηκα στην Αίγυπτο το 200 π.Χ.

To Koskino

Γεννήθηκα στην Αίγυπτο το 200 π.Χ.
Με ήλιο στον Αιγόκερω
Και με σελήνη Κρόνου στον Κριό
Ο πατέρας Μακεδόνας
Κι η μάνα μου απο τη Μαύρη Θάλασσα.
Έγινα χτίστης κι απόκτησα πολλά παιδιά.
Αργότερα θεόρβη έπαιζα δίπλα στον Λοκ.
Αντιγραφέας έγινα το 1701 στη Μαδρίτη
Και εραστής μιας δούκισσας
Που κάηκε σε πυρκαγιά.
Με σκότωσαν σε όργιο κάπου στο Περού
Μα εγώ εμφανίστηκα ξανά
Στη Σαρλεβίλ των Αρδεννών με τ’ όνομα Ρεμπώ.
Πέθανα τριάντα επτά ετών κι όταν ξαναγεννήθηκα
Ήμουν γυναίκα ζωηρή
Που έγινε διάσημη
Σε ρόλους κωμικούς
Μέχρι που γνώρισα στη Ρώμη κάποιον Σάντρο Λίππι.
Πόρνη κατέληξα που πήγε από χολέρα
Μα τώρα φτιάχνω πιάνα στη Λειψία.
Άλλαξα σχήματα, καρδιές, μυαλό
Μίλησα τόσες γλώσσες.
Τυφλός εκ γενετής έχω τρία παιδιά
Γυναίκα από τη Σάμο.
Την τέχνη έμαθα στο σπίτι των γονιών μου
Και μες στη μουσική ζω τη ζωή μου.
Λέγομαι Γιούλιους, είμαι εβδομήντα δύο χρονών
Και θέλω να…

View original post 3 more words

Swamped, a novel by Manolis Aligizakis

(Excerpt)

           The boys often team up with other village boys to play their favorite game: football, of course. In those rough days after the civil war they hardly have the means to get the necessities of life, let alone to find a soccer ball to kick around, but they solve that problem by making their own out of rags and string, wrapping the rags tightly to form a ball and tying it all around with many layers of string to hold all the pieces together. The trick is to place enough string around the rags and tie it strongly enough to hold the pieces in place after the kicking starts. Sometimes, despite all the boys’ ingenuity, the string loosens after a few strong kicks and rags fly all over the place.

It’s not unusual to see some boys playing barefoot. Shoes are a commodity not available to everyone, and even when a boy has shoes, his mother may not allow him to play soccer in them. Many mothers prefer to save shoes for school or even just for church. It’s common for a boy to kick a rock instead of the ball, and if he happens to be barefoot, the whole village hears his yells rise to the sky. You can be sure that boy will hold onto his throbbing toes for a long time before he starts running around again like an unstoppable gazelle.

Today the boys are lucky. There is a visitor in the village, a boy from Athens, a nephew of Aristidis, Georgia’s father, whose house is just below the house of Eteocles and his brother up on the top of the village, a house the boys always run by as fast as they can, the house with the dog that always barks ferociously at them as if it would like to eat them. The boy who has come from Athens to spend his summer vacation with his uncle has a proper ball with a leather casing and an internal rubber chamber that is inflated like the tube of car tire.

The gang of boys who gather in the pezoula, a flat area on the hill where the upper part of the village is located, divide themselves into two teams as usual. They select two captains who take turns to choose the players each wants on his team. Nicolas is one of the best players in the village and is always among the first boys to be selected. Eteocles always ends up as the goalkeeper on the same side.

It’s a splendid Sunday in the middle of July, a very hot day. In summer the temperature usually rises to forty degrees Celsius, and today has been no exception. After their siesta, when the heat of the day has subsided a little, the boys are allowed to go out and play soccer. This time some parents tag along, curious to see how their boys will do with a regular ball. After the teams are formed, the young man who works at the pharmacy is selected as referee and the game begins with lots of yelling and name calling as each player tries to outsmart the others and score the ultimate prize, a goal, against the other team.

It’s no surprise to anyone when Nicolas soon kicks the ball past the opposing goalkeeper and no surprise either that Eteocles, at the other end of the field holds his ground and doesn’t allow any ball to get past him. Then suddenly, midway through the match, he loses his footing on the dusty earth, and the ball whizzes past him to tie the match at one goal each. Does Eteocles slip because he has noticed his father standing on the edge of the pezoula, smoking a cigarette and proudly watching his two sons playing for all they are worth?

Whatever the reason for his slip, Eteocles’ face is red with shame for letting an easy shot get past him. He vows not to allow another goal for the rest of this game and jumps for joy when Nicolas, soon after, leads a good attack against the other team and scores once more. Now it’s all up to Eteocles, and this thought, instead of intimidating him, gives the young boy the courage to do his best. The other side fights back and attacks and again until the very last minute of the match, when they come closer than ever and Eteocles just manages to leap to one side and fall to the ground with the ball in his hands as the referee calls time to the cheering of all the other players and the people who stand around.

Nicolas rushes up and puts his arms around his brother’s small shoulders as the crowd cheers. “Are you okay?” he asks. He has never seen Eteocles jump that high and fly that far through the air to catch the ball.

And indeed Eteocles is hurt. His whole left side is scraped from the fall and a huge bruise is darkening his thigh, but the adrenaline flooding his body keeps him unaware of the pain. After the hoorahs and cheers die down, the two brothers go to their father to receive his praises and proudly walk back to the house holding his hands. It has been a glorious Sunday, and Eteocles’ black-and-blue thigh and raw, scraped ribs are the witnesses, proof of his heroism and his mastery as the best goalkeeper in the village. 

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΧΟΡΙΚΟ
 
Μεγάλα δωμάτια σκοτεινά, και το σκοτάδι πολλαπλασιασμένο
μέσα σε δύσθυμους καθρέφτες. Ατέλειωτοι διάδρομοι
πάνω απ’ τον κόσμο και σειρές οι πόρτες κλεισμένες
κι ένα άγαλμα στο βάθος με αδιάβροχο. Άξαφνα
θόρυβος εκσκαφέων κάτω στο δρόμο και κόκκινες λάμωεις.
Έτρεχε ο τροχονόμος, ο ξυλουργός πέταξε τη μάσκα του. Εγώ
δεν είχα τίποτα πια να φοβηθώ — ούτε μένα. Φόρεσα
τα παιδικά μου παπούτσια και κουτσαίνω πάνω στον τοίχο.
 
Nightly Chronicle
 
Large dark rooms darkness multiplied
in the cheerless mirrors Endless hallways
above the world and rows of closed doors
and at the far end a statue in a raincoat Suddenly
sound of excavators red lights flashing down the street
the traffic controller was running the wood worker threw his
mask away
I had nothing to be afraid of – not even myself
I put on my child’s shoes and I limp along the wall

George Seferis-Collected Poems

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Αλλὰ άχουν μάτια κάτασπρα χωρὶς ματόκλαδα
και τα χέρια τους είναι λιγνὰ σαν τα καλάμια.

Κύριε, όχι μ᾿ αυτούς. Γνώρισα
τη φωνὴ των παιδιῶν την αυγὴ
πάνω σε πράσινες πλαγιὲς ροβολώντας
χαρούμενα σα μέλισσες και σαν
τις πεταλούδες με τόσα χρώματα.
Κύριε όχι μ᾿ αυτούς, η φωνή τους
δε βγαίνει καν απὸ το στόμα τους.
Στέκεται κει κολλημένη σε κίτρινα δόντια.

Δική σου η θάλασσα κι ο αγέρας
μ᾿ ένα άστρο κρεμασμένο στο στερέωμα,
Κύριε, δε ξέρουνε πώς είμαστε
ό,τι μπορούμε να είμαστε
γιατρεύοντας τις πληγές μας με τα βότανα
που βρίσκουμε πάνω σε πράσινες πλαγιὲς
όχι άλλες, τούτες τις πλαγιὲς κοντά μας,
πως ανασαίνουμε όπως μπορούμε ν᾿ ανασαίνουμε
με μια μικρούλα δέηση κάθε πρωὶ
που βρίσκει τ᾿ ακρογιάλι ταξιδεύοντας
στα χάσματα της μνήμης.

Κύριε, όχι μ᾿ αυτούς.
Ας γίνει αλλιώς το θέλημα Σου.

Postscript

But they have snow-white eyes without eyelashes

and their arms are thin like reeds.

Lord, not with them. I got to know

the voices of children at dawn

rushing down green slopes

joyful like bees and like

the butterflies, with so many colors.

Lord, not with them, their voice

doesn’t even leave their mouths.

It stays there glued to their yellow teeth.

The sea is yours and the wind

with a star hung in the firmament.

Lord, they don’t know what we are

what we can be

healing our wounds with herbs

that we find on green slopes

not others, these slopes near us

that we breathe as we can breathe

with a little prayer every dawn

that finds the seashore traveling

in the chasms of memory—

Lord, not with them. Let your will be done in a different way.

Ο όρκος των βοσκών: Ένα ντοκιμαντέρ για το εθιμικό δίκαιο της βοσκικής στον Ψηλορείτη

ΕΛΛΑΣ

Ο όρκος των βοσκών του Ψηλορείτη εκφράζει τόσο συμβολικά όσο και ουσιαστικά τις πολλές όψεις μέσα στις οποίες εξελίχθηκε ένας κοινωνικός και κοινοτικός μηχανισμός συνοχής, επίλυσης διαφορών και εθιμικού δικαίου, προερχόμενος από το μακρινό παρελθόν. Ο Δήμος Ανωγείων, σε συνεργασία με τον Πολιτιστικό Φορέα Androidus Project Tank, πραγματοποίησαν εκδήλωση στην οποία προβλήθηκε σχετικό με τον Όρκο των Βοσκών ντοκιμαντέρ, στο οποίο έχει καταγραφεί ο όρκος στους τρόπους και τις εθιμικές παραδόσεις, οι οποίες συνέθεσαν την πλούσια πολιτιστική κληρονομιά του Ψηλορείτη και τον κόσμο των βοσκών.

View original post 259 more words

Πάνος Κυπαρίσσης, Οκτώ μικρά ποιήματα

To Koskino

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΟΛΗΣ

Μια σταγόνα φως
ανοίγει μες στη νύχτα

Κι αυτό δεν είναι απειλή

*

ΤΕΤΟΙΑ ΚΟΙΤΗ ΚΟΙΤΩ

Οι φωλιές
δένονται με χορτάρια μεταξωτά

Τι να ξέρουν άραγε τα πουλιά
Και μαλακώνουν το μαξιλάρι;

*

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Κάποτε η γλώσσα
είναι επινόηση φυγής κάποτε εξουσίας

Τη γλώσσα του θανάτου δεν έμαθες
ποτέ να στρατηγείς

*

ΓΕΝΙΑ ΜΟΥ ΒΙΑΣΤΙΚΗ

Βλάστησε πλάι στ’ άροτρο και στο ζυγό
και φεύγει μ’ ό,τι πήρε κι έφερε
σε φέρετρο ψηφιακό

*

Η ΕΥΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ

Όσο κι αν στην τεθλασμένης επιμένεις
όση ζωή στα γόνατα να ζητιανεύεις
στο ίδιο σημείο θα βρεθείς

*

ΑΥΤΟΥΡΓΟΙ

Οι νεκροί έχουν στέρεες απαντήσεις

Τη σκανδάλη
την πτώση
το μέσα σκοτάδι
την αδιαφορία επούλωσης
των αποσιωπητικών

*

ΘΑΝΑΤΟΣ

Λάμπει αυτός όσο το φως
κι αθέατος σε συντροφεύει

Αθέατος και σε θηρεύει

*

ΜΙΚΡΗ ΕΚΡΗΚΤΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ

Θα μου χυθεί η ψυχή μέσα στη νύχτα
φωσφορίζοντας σιωπές και…

View original post 12 more words

How Corporate Dominance Is Driving Civilization to a Precipice

Patterns of Meaning

The neoliberal ideology of unrestrained markets has led to a global crisis. Humanity now faces an existential threat as the result of global dominance by corporations, whose ultimate goal is at odds with human flourishing.


Originally published March 14, 2022 in Inside Over as “The world on the brink of the abyss. Looking at the real danger.”


Back in 1947, as the world was rebuilding from the destruction of the Second World War, a few dozen free-market ideologues met in a luxury Swiss resort to form the Mont Pelerin Society—an organization devoted to spreading the ideology of neoliberalism throughout the world. Their ideas—that the free market should dominate virtually all aspects of society, that regulations should be dismantled, and that individual liberty should eclipse all other considerations of fairness, equity, or community welfare—were considered fanatical at the time. Over three decades, though, financed by wealthy donors, they assiduously established…

View original post 1,143 more words