Tasos Livaditis-Selected Poems

ΙΣΚΙΟΙ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ

     Πώς τόλμησα, αλήθεια, να πιστέψω ότι μπορούσα να ξεφύγω

εγώ, που δεν ήμουν παρά ένας άνθρωπος, εφήμερη κατοικία του

φόβου, και πίσω απ’ το πέπλο στέκουν οι θεοί σιωπηλοί, ίσως κι

αυτοί τρομαγμένοι, “τί ονειρεύεσαι;” ρωτούσα συχνά κι η κουκου-

βάγια ακουγόταν μακριά καθώς σκοτείνιαζε, ενώ κάποιος έκλαιγε

έξω στην πόρτα, γιατί οι άλλες ζωές που δε θα γνωρίσουμε είναι

εδώ και μας παραμερίζουν, σαν το μεγάλον ίσκιο των ζητιάνων

πάνω στον τοίχο, ενώ οι ίδιοι απλώνουν το χέρι πιο κει, ισχνοί κι

αβέβαιοι, έτσι που πια δεν ξέρεις ποια είναι η αληθινή τους

ύπαρξη.

SHADOWS ON THE WALL

     How did I truly dare to believe that I could escape I, that I

was just a man, temporary dwelling of fear and behind the peplum

the gods stood silently perhaps even they were in fear “what

do you dream of?” I would often ask and at dusk the owl was

heard far away while someone cried outside the door because

the lives we’ll never live are here and they push us aside like the

big shadow of beggars on the wall while they stretch their arms

further, thin and uncertain, as if you couldn’t know which is

their true existence.

George Seferis-Collected Poems

George Seferis//ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Μυθιστόρημα/Mythistorema

ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ

Και ψυχὴ
ει μέλλει γνώσεσθαι αυτὴν
εις ψυχὴν
αυτὴ βλεπτέον:
τον ξένο και τον εχθρὸ τον είδαμε στον καθρέφτη.

Ήτανε καλὰ παιδιὰ οι σύντροφοι, δε φωνάζαν
ούτε απὸ τον κάματο ούτε απὸ τη δίψα ούτε απὸ την παγωνιά,
είχανε τὸ φέρσιμο τῶν δέντρων καὶ τῶν κυμάτων
ποὺ δέχουνται τὸν ἄνεμο καὶ τὴ βροχὴ
δέχουνται τὴ νύχτα καὶ τὸν ἥλιο
χωρὶς ν᾿ ἀλλάζουν μέσα στὴν ἀλλαγή.
Ἤτανε καλὰ παιδιά, μέρες ὁλόκληρες
ἵδρωναν στὸ κουπὶ μὲ χαμηλωμένα μάτια
ἀνασαίνοντας μὲ ρυθμὸ
καὶ τὸ αἷμα τοὺς κοκκίνιζε ἕνα δέρμα ὑποταγμένο.
Κάποτε τραγούδησαν, μὲ χαμηλωμένα μάτια
ὅταν περάσαμε τὸ ἐρημόνησο μὲ τὶς ἀραποσυκιὲς
κατὰ τὴ δύση, πέρα ἀπὸ τὸν κάβο τῶν σκύλων
ποὺ γαβγίζουν.
Εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὐτήν, ἔλεγαν
εἰς ψυχὴν βλεπτέον, ἔλεγαν
καὶ τὰ κουπιὰ χτυποῦσαν τὸ χρυσάφι τοῦ πελάγου
μέσα στὸ ἡλιόγερμα.
Περάσαμε κάβους πολλοὺς πολλὰ νησιὰ τὴ θάλασσα
ποὺ φέρνει τὴν ἄλλη θάλασσα, γλάρους καὶ φώκιες.
Δυστυχισμένες γυναῖκες κάποτε μὲ ὀλολυγμοὺς
κλαίγανε τὰ χαμένα τους παιδιὰ
κι ἄλλες ἀγριεμένες γύρευαν τὸ Μεγαλέξαντρο
καὶ δόξες βυθισμένες στὰ βάθη τῆς Ἀσίας.
Ἀράξαμε σ᾿ ἀκρογιαλιὲς γεμάτες ἀρώματα νυχτερινὰ
μὲ κελαηδίσματα πουλιῶν, νερὰ ποὺ ἀφήνανε στὰ χέρια
τὴ μνήμη μιᾶς μεγάλης εὐτυχίας.
Μὰ δὲν τελειῶναν τὰ ταξίδια.
Οἱ ψυχές τους ἔγιναν ἕνα με τὰ κουπιὰ καὶ τοὺς σκαρμοὺς
μὲ τὸ σοβαρὸ πρόσωπο τῆς πλώρης
μὲ τ᾿ αὐλάκι τοῦ τιμονιοῦ
μὲ τὸ νερὸ ποὺ ἔσπαζε τὴ μορφή τους.
Οἱ σύντροφοι τέλειωσαν μὲ τὴ σειρά,
μὲ χαμηλωμένα μάτια. Τὰ κουπιά τους
δείχνουν τὸ μέρος ποὺ κοιμοῦνται στ᾿ ἀκρογιάλι.
Κανεὶς δὲν τοὺς θυμᾶται. Δικαιοσύνη.

IV

Argonauts

And the soulif it is to know

itself must look into its own soul

the stranger and the enemy, we have seen him in the mirror.

They were good boys, the comrades, they didn’t complain

about the tiredness or the thirst or the frost

they had the behaviour of the trees and the waves

that accept the wind and the rain

that accept the night and the sun

without changing in the middle of change.

They were good boys, for days on

they sweated at the oars with lowered eyes

breathing in rhythm

and their blood reddened a submissive skin.

Sometimes they sang, with lowered eyes

when we passed by the deserted island with the prickly pear trees

toward the west, beyond the cape of the dogs

that bark.

If it is to know itself, they said

it must look into its own soul, they said

and the oars struck the gold of pelagos

in the sunset.

We passed by many capes many islands the sea

that brings another sea, gulls and seals.

Sometimes grieving women wept

lamenting their lost children

and others angrily sought Alexander the Great

and glories lost in the depths of Asia.

We moored on shores filled with night fragrances

with bird chirpings, with waters that left on our hands

memory of a great happiness.

But the voyages did not end.

Their souls became one with the oars and the oarlocks

with the solemn face of the prow

with the rudder’s wake

with the water that shattered their image.

The comrades died one by one,

with lowered eyes. Their oars

point to the place where they sleep on the shore.

No one remembers them. Justice.

Σταύρος Ζαφειρίου, Νικολάου Γύζη σημείωσις

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Νικολάου Γύζη σημείωσις

Ήταν πλήθος πολύ της αγοράς
Έμποροι, φουστανελοφόροι χωρικοί
Φραγκοντυμένοι νέοι
Μέρα καλοκαιριού όπου βροντούσαν
Τα τύμπανα των προπομπών
Τοπία διασχίζοντας πέρα από τη φωτιά
Αναβαθμούς που οδηγούσαν στους ανέμους
Και του ηγεμόνα οι στρατιώτες με λαμπρές στολές
Μεσούρανα κραδαίνοντας αιματωμένα ξίφη

Και ενέπαιζον αυτόν

(Πώς της ματιάς τους τον χυδαίο φόβο ν’ αποδώσω;)

Και στα μαλλιά του υγρό θρηνούσε το αίμα
Ρόδο που στράγγιζε στα γένια του το σκότος
Τέλος ασάλευτο εκεί που σμίγει ο ήχος
Της πέτρας, των οστών και του μετάλλου
Κάποιος (ο πλέον του όχλου τολμηρός)
Στεφάνι έπλεξε με φύλλα κρεμμυδιού
Καί ἐπέθηκεν αὐτοῦ τῇ κεφαλῇ
Ἱμάτιον δέ πορφυροῦν περιέβαλε τό ξύλο

Και εχλεύαζον αυτόν

(Τα βλέφαρά του να ’ναι ανοιχτά
Τα μάτια θαμπωμένα από το φως
Ελληνικού μηνός Ιουλίου
Ή μάλλον να ’ναι μέσα του το φως)

Μια Βερονίκη μόνον κράτησε σαν μνήμη
Στην ταπεινή ποδιά της τη μορφή του
Το έσχατο φιλί…

View original post 240 more words

Παναγιώτης Κονδύλης: Η κλασσική γραμματεία και η ελληνική γλώσσα

ΕΛΛΑΣ

Απάντηση του Παναγιώτη Κονδύλη σε ερώτηση του Σπύρου Τσακνιά σχετικά με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.

–Η αφετηρία σας ήταν οι φιλολογικές σπουδές σας στην Ελλάδα. Αργότερα γράφατε ένα κείμενο με τίτλο (και θέμα) Ο Μαρξ και η αρχαία Ελλάδα. Ποια είναι ή σχέση σας με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό; Ή, για να το θέσω αλλιώς, πώς βλέπετε σήμερα την αρχαία Ελλάδα και τον πολιτισμό της;


View original post 1,575 more words

Ναζί με… τα όλα τους οι «ήρωες» του Αζόφ

ΕΛΛΑΣ

Προκαλεί ναυτία το ξέπλυμα που επιχειρείται τις τελευταίες μέρες από τους ίδιους και τους ίδιους Εφιάλτες αυτής της χώρας, τους απολογητές των Μνημονίων και της γερμανικής πολιτικής ορθότητας, σχετικά με το νεοναζιστικό Τάγμα Αζόφ.


View original post 891 more words

Yannis Ritsos-Poems

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books

Θεώρηση

Θάλασσα ξεχασμένη στη συννεφιά. Οι ελιές ως πάνω στο λόφο.

Κλου, κλου το παράξενο, αόρατο πουλί. Κλου, κλου, στο χωράφι.

Μικρά χαρτονένια κουτιά στι κλειδωμένο σπίτι.

Ένας άνθρωπος είχε ονειρευτεί, είχε βγάλει τα γυαλιά του.

Αδειούχοι φαντάροι γυρίζανε στην αγορά. Δύο, δύο

ανέβαιναν με το ασανσέρ στο πέμπτο , χάνονταν στους διαδρόμους.

Εγώ υποκρίθηκα ότι τον πιστεύω πως είναι τυφλός. Στέκομαι στο παράθυρο

κοιτάζοντας τους τρεις αφισοκολλητές με τα μαύρα φουστάνια

και το μικρό τροχονόμο με την υγρή, περίλυπη σκιά του.

Viewing

The sea forgotten in the cloudy weather Olive trees to the top

of the hill

The strange invisible bird went Clou clou Clou clou in the field

Small carton boxes in the locked house

A man had a dream he had taken his glasses off

Soldiers on relief sauntered in the agora Two by two they took

the elevator to the fifth floor they vanished in the hallways

I pretended that I believed the man was blind I undressed

took off my shoes my socks I stand by the window

looking at the three men in black dresses gluing posters

and the short traffic controller with his wet solemn shadow

Constantine P. Cavafy-Poems

Che fece… il gran rifiuto (1901)

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μιά μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Οχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι -το σωστό- εις όλην την ζωή του.

CHE FECE….IL GRAN RIFIUTO
 
 
To some people the day comes
when they have to say the great Yes or the great No.
It is almost instantly clear
who has the Yes ready inside him; and by saying it
 
he lives up to his honor and his conviction.
The one who refuses has no regret. If he was asked again,
he would say the same No. And yet that same
No—the right No—burdens him for the rest of his life.
 

Μαρία Τζάνη: «Αναγκαιότητα η στροφή στην Ελληνική αντίληψη και τα Ελληνικά πρότυπα και Αξίες»

ΕΛΛΑΣ

Τιμώντας την αρχαία σκουριά
στην αλώβητη πτέρνα του Λαού μας,
αφουγκράζομαι και προσκυνώ την ανάσα
της πορείας του… και στέκομαι με το όμοιο
Πάθος της αγάπης του για τη Ζωή, δίπλα
σ’ εκείνους που γνωρίζουν και ακολουθούν
αυτή την πορεία.

Μαρία Τζάνη, «Το ιδεολογικό Μήνυμα του Ελληνισμού στην Αγωγή του Ανθρώπου», Αθήνα 1992

View original post 802 more words

Kenneth Rexroth, Καθρέφτης

To Koskino

Το απόγευμα σβήνει με κόκκινες

Κηλίδες φωτός πάνω στα φύλλα

Στη βορειοανατολική πλευρά του φαραγγιού.

Η εξημερωμένη κουκουβάγια μου

Στέκει γαλήνια στο θανατικό της κλαδί.

Μια ανόητη καρακάξα σκούζει

Και ρίχνεται κατά πάνω της.

Εκείνη την αγνοεί. Χασμουριέται

Και τινάζει τα φτερά της.

Η καρακάξα πετά μακριά κράζοντας με τρομάρα.

Το βασιλικό μου φίδι κουλουριασμένο

Ακίνητο πάνω σε βιβλία και χαρτιά.

Ακόμα και η γλώσσα του είναι ακίνητη,

Μα τα κίτρινά του μάτια εποπτεύουν.

Τα ποντίκια τρέχουν χαριτωμένα

Στους τοίχους. Πέρα από τους λόφους

Το φεγγάρι είναι ψηλά, κι ο ουρανός

Γίνεται κρυστάλλινος μπρος του.

Το φαράγγι θαμπίζει στο μισόφωτο.

Ένα αόρατο παλάτι

Γυάλινο, γεμάτο διάφανους ανθρώπους

Βρίσκεται γύρω μου.

Πάνω από τον θαμπό καταρράκτη

Η έντονη υπόσχεση φωτός υψώνεται

Πάνω από του φαραγγιού το άνοιγμα.

Ένα γυμνό κορίτσι μπαίνει στην καλύβα μου,

Με πόδια λευκά, λικνίζοντας τη μέση,

Και με ευωδιαστό φύλο.

*Από το βιβλίο «Kenneth Rexroth, Ποιήματα», σε…

View original post 5 more words

Σταύρος Ζαφειρίου, Ήλθον Αμαζόνες αντιάνειραι

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Ήλθον Αμαζόνες αντιάνειραι

Κοντεύει η ώρα
Κι ούτε στιγμή δε σφάλισα τα μάτια
Κοιτώντας πέρα απ’ τα νερά την τέντα του Ακρίτη
Στον ύπνο του ακούγοντας τον οίκτο
Έχω το ρίγος της αυγής
Και του αίματος των σπλάχνων μου τον φόβο

Μα τι μπορώ στον χρόνο να χωρίσω
Σταθερά αντικρίζοντας τον κάμπο
Να εκλιπαρήσω μόνο στο παρόν τη σωτηρία
Της παρθενίας μου και του μαστού μου το ανέγγιχτο
Παρούσα εδώ σε κίνηση αιώνων
Αναζητώντας στο ρευστό του ουρανού
Το αγκάλιασμα και τον χορό των Άρκτων

Πέτρωσες Άρτεμη
Η θεϊκή σαΐτα δεν ηχεί
Και τους μηρούς σου τύλιξε ανθεκτικό χορτάρι
Μόνη απόμεινα αιχμή
Των μύθων στην καρδιά της αυτοκρατορίας
Τούτο το σύνορο με θλίβει
Η θάλασσα κι ο ποταμός είναι το φως
Κι η άλλη όχθη πένθιμη ακινησία

Με τους απόβλητους συμμάχησα εν τέλει
Για μια αναμέτρηση που ήδη έχει κριθεί
Ωστόσο μόνη πάω στη ζωή μου
Τους οιωνούς και τα…

View original post 128 more words