Yannis Ritsos-Poems, Selected Books

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books

ΧΩΡΙΣ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

Άξαφνα βγήκε ο ήλιος. Φάνηκε απέναντι η Εύβοια.

Ένας μεγάλος σκύλος περπατάει στο χωράφι.

Ήρθαν τα παιδιά απ’ την Κόρινθο, ξεδίπλωσαν

μια τεράστια κόκκινη χνουδωτή κουβέρτα. Σκέπασαν

το ακέφαλο άγαλμα. Ο Αλέκος πήγε στην κουζίνα

να ψήσει τους καφέδες. Ανάψανε τσιγάρο. Εγώ

είχα μάθει να πλέκω φανέλλες. Έκανα πως δεν είδα.

Without Explanations

Suddenly the sun came up Euboea1 appeared across the water

A big dog walked in the field

The boys from Corinth came they unfolded

a huge red fluffy blanket they covered

the headless statue Alex went to the kitchen

to brew coffees He lit a cigarette I had

learned to knit undershirts I pretended not to stare

Χρήστος Κολτσίδας, Τρία ποιήματα

To Koskino

ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ

Χωράς να κινηθείς απ’ την μια άκρη στην άλλη

Εδώ έχει κίνηση και γέννηση και θάνατο
Πλατάγιασμα της πέτρας στο μαύρο πανί του ποταμού

Κι αν βγούμε βράδυ ώς το βουνό
-με κλαρίνο και λαούτο και φόβο για βοηθό-
έρχονται ζώα με στόμα κόκκινο που αχνίζει

Είναι ένας τόπος όμορφος
Τόπος ροής
τόπος κυνηγιού
τόπος μελισσοκόμων.

*

ΟΡΧΗΣΤΡΙΚΟ

Εκεί που ο ήλιος ψύχωνε σκιές
ήρθε κι ένας άνεμος να με βοηθήσει
Πλάκες υγρές
προσόψεις κτιρίων σκοτεινές
κι οι άνθρωποι σκυφτοί

Ακούγονται στο βάθος δοξαριές
μικρές κι απότομες

Ορεινή βλάστηση είναι στην καρδιά του τοπίου
κι όλα ορθώνονται με σύνεση
κι εγκράτεια τριγύρω.

*

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Χαρούμενος είμαι
Ξαπλώνω μες στης σιωπής
το μαύρο μαξιλάρι
Κι έχω για στήριγμα απαλό
χορούς αργούς δέντρο μικρό κι ένα λουλούδι φρέσκο
Της άνοιξης χαμόγελο
του γέρου προσκεφάλι
Γελάς κι εσύ κι έχεις λυγμό
τραγούδι φυτεμένο μέσα στα κόκαλά σου
Φυσάει αέρας τρίζουνε

View original post 11 more words

Tasos Livaditis – Poems, Volume II

Tasos Livaditis-Poems, Volume II
 
POEMS 1958-1964
 
Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΙΩΝΙΟΣ
 
Η πόρτα έτριξε, κι ο άντρας μπήκε στο σπίτι.
Η γυναίκα ακούμπησε στο τραπέζι ένα πιάτο φακή. Χιόνιζε.
Ο άντρας σηκώθηκε κι αγνάντεψε απ’ το παράθυρο.
Η γυναίκα πήρε το πιάτο του άντρα, κι αργά, άρχισε να τρώει
το λίγο φαί πούχε απομείνει. Όταν πλάγιασαν
ο άντρας της χούφτωσε τα στήθεια. Ήθελε να ξεχάσει.
Η γυναίκα έκανε να τον αποφύγει. Μα ήταν νέα ακόμα.
       Τέλειωσαν
χωρίς καν να φιληθούν. Ο άντρας έμεινε λίγο με τα μάτια
       ανοιχτά μες στο σκοτάδι
κι αποκοιμήθηκε. Η γυναίκα
σηκώθηκε αθόρυβα, και πηγαίνοντας στην άκρη της κάμα-
       ρας, απόμερα,
έκλαψε.
 
Έξω,
όλο χιόνιζε.
 
 
 
The not Eternal Dialogue
 
The door creaked and the man entered the house.
The woman placed a plate of lentils on the table.
             It was snowing.
The man got up and gazed out of the window.
The woman took the man’s plate and started eating
slowly the leftover food. When they went to bed
the man grabbed her breasts. He wanted to forget.
The woman tried to avoid him. But she was still
           young. They finished
without kissing at all. The man remained with open
eyes for a while, in the darkness, then he fell asleep.
The woman got up noiselessly and pulling herself
to the edge of the room she cried.
 
It kept on snowing outside.

Constantine P Cavafy – Poems

 
ΓΙΑ ΝΑΡΘΟΥΝ
 
Ένα κερί αρκεί. Το φως του το αμυδρό
αρμόζει πιο καλά, θάναι πιο συμπαθές
σαν ΄’ερθουν της Αγάπης, σαν έρθουν η Σκιές.
 
Ένα κερί αρκεί. Η κάμαρη απόψι
να μη έχει φως πολύ. Μέσα στην ρέμβην όλως
και την υποβολή, και με το λίγο φως
μέσα στην ρέμβην έτσι θα οραματισθώ
για νάρθουν της Αγάπης, για ν’άρθουν της Αγάπης η Σκιές.
 
 
 
 
SO THEY WILL COME
 
 
One candle is enough.   Its dim light
will be more suitable   hospitable
when the Shadows come   the Shadows of Love.
 
One candle is enough.   Tonight the room
should not have too much light.   Deep in reverie,
in subjection,   and in the low light—
completely in reverie   I shall envisage
the coming of the Shadows,   the Shadows of Love.

Daily Dose of Bhagavad Gita

Be Inspired..!!

Chapter 1: Observing the Armies on the Battlefield of Kuruksetra

TEXT 31

na ca sreyo ‘nupasyami
hatva sva-janam ahave
na kankse vijayam krsna
na ca rajyam sukhani ca

Chapter 1 Verse 31

TRANSLATION

I do not see how any good can come from killing my own kinsmen in this battle, nor can I, my dear Krsna, desire any subsequent victory, kingdom, or happiness.

PURPORT

Without knowing that one’s self-interest is in Visnu (or Krsna), conditioned souls are attracted by bodily relationships, hoping to be happy in such situations. Under delusion, they forget that Krsna is also the cause of material happiness. Arjuna appears to have even forgotten the moral codes for aksatriya.It is said that two kinds of men, namely theksatriyawho dies directly in front of the battlefield under Krsna’s personal orders and the person in the renounced order of life who is absolutely devoted to…

View original post 162 more words

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III
Ημερολόγια Εξορίας//Exile Diaries
 
 
24 Απριλίου
 
Η σκιά του φύλλου είναι ανάποδη απ’ τον ήλιο.
Βγάλε τα παπούτσια σου. Ξεκουράσου. Αλλιώς θυμήσου.
Τα χέρια των ξυλοκόπων μυρίζουν ρετσίνι.
Μικρά κορίτσια πίσω απ’ τα καλάθια
συγυρίζουν τα μαβιά και τα κόκκινα.
 
Το λάθος σου είναι που δε θέλεις να πεθάνεις.
Μα ίσως κι οι πεθαμένοι να πεινάνε.
 
 
24th of April
 
The shadow of a leaf inverted in the sunshine.
Take off your shoes. Rest. Remember.
The lumberjack’s hands smell of raisin.
Young girls sitting behind baskets
separate the purple from the red. 
 
Your mistake is that you don’t want to die;
yet, perhaps even the dead are hungry.

George Seferis-Collected Poems

George Seferis//ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Μυθιστόρημα/Mythistorema
 
ΙΔ´
 
Τρία κόκκινα περιστέρια μέσα στο φως
χαράζοντας τη μοίρα μας μέσα στο φως
με χρώματα και χειρονομίες ανθρώπων
που αγαπήσαμε.
 
XIV
 
Three red pigeons in the light
inscribing our fate in the light
with colours and gestures of people
we once loved.
 

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II
ΙΣΜΗΝΗ///ISMENE

Τα σεντόνια πέφταν στο πάτωμα. Πολλές φορές έκανα πως κοιμάμαι·
την παρακολουθούσα — πλαγιασμένην πιο κει σε ασάλευτη ένταση. Μια νύχτα
το φεγγαρόφωτο είχε εισδύσει στο δωμάτιο, την έλουζε ώς τη μέση·
την είδα να κινεί τα φωτισμένα δάχτυλά της σα χορεύτρια, σαν ιέρεια,
σα να ’πλεκε ένα αόρατο σκοινί, σα να ’γραφε αριθμούς στον αέρα·
κάτι μετρούσε — ίσως τα χρόνια της (ή μήπως την ανυπαρξία;)
ύστερα τα ’φερε γύρω στο λαιμό της, τ’ άφησε εκεί ασημένια,
και μονομιάς τινάχτηκε σα να τρόμαξε. Σηκώθηκε,
πήρε την άσπρη δαντελένια ομπρέλα της μητέρας, την άνοιξε
και κάθισε κάτω της, συμμαζεμένη στο κρεβάτι, σαν για να προφυλαχτεί
απ’ το φεγγάρι ή απ’ τους ίσκιους της νύχτας. Έμοιαζε έτσι
σα να ’ταν όλη τρυπημένη από μικρούς ασημογάλανους μαιάνδρους.

Μα ίσως στο μεταξύ να με είχε πάρει ο ύπνος. Όταν άνοιξα τα μάτια μου
είδα τα μαντεμένια πόδια των κρεβατιών πανίσχυρα, τριχωτά, κτηνώδη.
Άκουσα που περνούσε ο σταμνάς για τη δουλειά του. Κοίταξα απ’ το παράθυρο.
Στο δρόμο ήταν άδεια πακέτα από τσιγάρα, σημαιούλες, χαρτοπετσέτες, φυσίγγια.
Πίσω απ’ τα κυπαρίσσια φαινόταν η μάντρα του μαρμαράδικου
μ’ έναν τεράστιο χάλκινο ιππέα. Μια μέρα
ακούστηκε ένας τρομερός, άγνωστος θόρυβος. Μες στην τραπεζαρία,
καταμεσής στο τραπέζι με το πρόγευμα, είχε πέσει
ο μεγάλος πολυέλαιος. Μπορούσες πια να περιμένεις τα πάντα.


 
The bed-sheets were falling onto the floor. I often pretended
to be asleep, I kept an eye on her, laying down in a motionless
intensity a bit further away. One night, when the moon had
flooded the room and shone up to her waist, I saw her moving
her moonlit finger, as if she was a dancer, a priestess, as if
she was knitting an invisible rope, as if she was inscribing
numbers in the air; she was counting something, perhaps
her years (or perhaps inexistence?) Then she brought her fingers
around her neck, she let them there, silvery and suddenly
she jumped up as if she was scared of something. She got up,
took mother’s white, lace umbrella, she opened it and sat
under it, there next to the bed, as if to protect herself
from the moon or the shadows of the night. The umbrella
looked as if it was poked by small silvery-blue meanders.
      
Yet, perhaps I fell asleep in the meantime. When I woke up
I noticed the cast iron, beastly, hairy, powerful legs of the bed.
I heard the pitcher man going by to his work. I looked out
of the window. I saw empty cigarette packages, little flags,
paper-napkins, gunshot shells. Behind the cypresses you could see
the fence wall of the marble shop with its gigantic bronze horseman.
One day we heard a horrible, unfamiliar noise; a huge chandelier
had fallen on top of the table in the dining room after breakfast.
Then, you could wait forever.

Federico Garcia Lorca, Χρώματα

To Koskino

Επάνω απ’ το Παρίσι το φεγγάρι
μενεξεδιά τα χρώματά του έχει
που κιτρινίζουν και χλωμιάζουν όμως
επάνω από τις πεθαμένες πόλεις.

Υπάρχει κι ένα πράσινο φεγγάρι
και σ’ όλους μέσα θα το δεις τους θρύλους-
σαν της αράχνης τον ιστό φεγγάρι,
σαν πετροβολημένη τζαμαρία’
στη μοναξιά και στις ερήμους όλες
βαθύ είναι και σταλάζει μαύρο αίμα.

Μα τι τα θεις! Το λευκό φεγγάρι…
αυτό φεγγάρι αληθινό είναι μόνο
και λάμπει μοναχά μες στη γαλήνη
σε όλα τα κοιμητήρια των χωριών μας!

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Τα μάτια σου δυό πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων”, Εκδόσεις Ρώμη, 2019. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

View original post