Constantine P. Cavafy, Poems

Περιμένοντας τους Βαρβάρους (1904)

— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.

Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.


 
WAITING FOR THE BARBARIANS
 
 
–What are we waiting for, gathered in the agora?
 
         The barbarians are to arrive today.
 
–Why such inactivity in the Senate?
  Why do the senators sit and pass no laws?
 
         Because the barbarians will arrive today.
         What laws should the senators pass?
         When the barbarians come they will pass laws.
 
–Why did our emperor wake so early,
   and sit by the city’s main gate
   on the throne, officially, wearing his crown?              
 
         Because the barbarians will arrive today.
         And the emperor is waiting to receive
         their leader. In fact, he’s prepared
         a declaration for him. In it he wrote
         a lot of titles and honorable names.
 
–Why have our praetors and two councils come out
   today in their red, embroidered togas?
   Why do they wear bracelets with so many amethysts,
   and rings with richly glittering emeralds;
   why are they carrying expensive canes
   superbly decorated in silver and gold?            
         Because the barbarians will arrive today;
         and such things dazzle the barbarians.
 
–Why don’t the famous orators come as usual
   to make their speeches and have their say?
 
         Because the barbarians will arrive today;
         and they are bored by eloquent oratory.
 
–Why have this sudden anxiety and confusion?
   (The faces, how solemn they have become).
   Why do the streets and the plazas empty so quickly,
   Why is everyone returning home deep in thought?
 
         Because night is here and the barbarians have not arrived.
         A few travelers, just in from the borders,
         say the barbarians no longer exist.
 
And what will become of us without them?
Those people were a kind of solution.

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II
ΙΣΜΗΝΗ///ISMENE

Ένας άνθρωπος φώναζε κάτω απ’ τις πέτρες —ίσως και μέσα μας—
φώναζε, φώναζε· κανένας δεν άκουγε· βιάζονταν
να πάνε — πού; — να κάνουν — τί; Δεν είχαν μιαν ώρα δική τους
να γδυθούν, να πλαγιάσουν, να ονειρευτούν μες στο ίδιο τους το σώμα,
να κοιταχτούν σ’ έναν καθρέφτη, να κοιτάξουν έναν άλλον·
κοιτάζονταν μόνο στα μάτια των άλλων — τί να δουν εκεί μέσα;
ίσως εκείνο που ήθελαν, καθόλου εκείνο που ήσαν.
Μια μέρα,
μπήκε μες στην τραπεζαρία ένα πουλί. Σάστισαν όλοι·
δεν ήξεραν τί ν’ απαντήσουν, μόλο που κανείς δεν τους ρωτούσε· θύμωσαν·
«διώχτε το, διώχτε το», φώναζαν· σηκώνονταν απ’ τις καρέκλες τους, κουνούσαν τα χέρια τους·
έσπασαν δυο ποτήρια· το πουλί βγήκε απ’ το παράθυρο·
σκυμμένοι οι υπηρέτες μαζεύαν τα γυαλιά· — τους πρόσεξα:
μονάχα αυτοί χαμογελούσαν — ξέραν το πουλί· τους έκλεισα το μάτι
και χαμογέλασα μαζί τους. Πάντοτε οι αθώοι (δε νομίζετε;)
έχουν ύφος ενόχου. Το ξέρετε κι εσείς — είμαι βεβαία.


 
A man was calling from under the stones, perhaps from deep
inside us; he was calling, and calling, no one listened to him;
they were all in a hurry; to go where? To do what? They had
no time for themselves, to undress, to lay down, to dream
inside their own body, to look at themselves in the mirror,
to look at each other. They only looked for themselves
in the eyes of the other, who could they see in there? Perhaps
whoever they wanted, whoever they were.
One day,
a bird flew in the dining room. They all got startled.
They didn’t know what to do, what to say, although no one
asked them anything; they got angry; scare it away, scare it away,
they cried. They got up from their chairs, they gesticulated,
they broke two glasses; the bird flew out of the window.
The servants stooped down to pick the broken glass; I paid
attention to them: they were the only ones who smiled. They knew
this bird; I smiled and I winked at them. The innocent,
(don’t you think?) always look guilty. You know this, I’m sure.

Παρασκίβα Ζώγου, Ποιήματα χωρίς τίτλο

To Koskino

Ι.

Είναι νύχτα τώρα εκεί που κάποτε ήταν μέρα γλυκιά.
Τώρα θλιβερά βυθισμένη στην τέφρα, τη σιωπή
και την πένθιμη εικόνα τη φθινοπωρινή.
Τούτος ο χρόνος δεν ήταν για εμάς τους δυο.
Τώρα έρχονται νύχτες άγρυπνες και πικρές
μέσα στις οποίες εγώ, η Πληγωμένη,
θ’ ασκούμαι στο να λέω σιγοψιθυρίζοντας το όνομά Σου.
Αύριο θα βρέξει, το ξέρω…
και θα ‘σαι Συ η βροχή των δακρύων μου που θα με καθάρει
από τις σκόνες των καλοκαιριών μου.
Κι Εσύ πάλι θα ‘σαι, τα χέρια σου, τα χάδια από τα χείλη και τη
γλώσσα σου
που θα μου φέρουν το ρίγος στις ξεκούρδιστες τώρα χορδές της
ανάσας μου.
Και θα ‘μαστε πάντα εμείς χωρίς εμάς
μέσα στ’ απέραντο Φθινόπωρο της θλίψης που βάλθηκε
να μας ενταφιάσει τα όνειρα.

ΙΙ.
Σαν ονειρεύομαι τις νύχτες λυπημένη στο σκότος
Φως ιλαρό, στην ψυχή μου έρχεσαι, ίχνος απαλό!
Αόρατο φως, ακουμπάς την ζεστή σου δίνη…

View original post 40 more words

Σταύρος Ζαφειρίου: Ηλικία στο σώμα (στ’)

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

[Ενότητα Ηλικία στο σώμα]

στ’

Ω, να υψώσω τη σημαία της όρασης στα ξύλινα τείχη
και να λατρέψω την αφή πάνω στα τραύματα.
Φόβο με φόβο να οσφρανθώ τον ιδρώτα του φόβου
και να γευτώ το σάλιο του εμπύρετου.
Τον ρόγχο ν’ ακούσω της σκύλας
στην ώρα του υπέρτατου οίστρου της.

Έμεινα μια φυλή ιθαγενών.
Το αίμα του δέλφακος αγνίζει το πνεύμα μου
και με μια κούπα φάρμακο πιοτό
γυρνώ και αφιονίζω τον λαό μου.

Από τη συλλογή Η άτροπος των ημερών (1998) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

View original post