Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

ΙΣΜΗΝΗ///ISMENE

Για λίγο γινόταν μια μεγάλη σιωπή, σαν όλα να ’χαν χάσει
τη σημασία τους και το βάρος τους. Μια γαλήνια χαλάρωση
σερνόταν πίσω απ’ τα γόνατα. Κανένας δεν έδιωχνε
τη γάτα που ’χε ανέβει στο τραπέζι και μασούσε ένα ψάρι. Στα τζάμια του παράθυρου
το φως χυνόταν υπόλευκο, πεπλατυσμένο. Κι αμέσως μετά
χτυπούσαν ξέφρενα τα τύμπανα. Μια σάλπιγγα πάνω στο φρούριο
και μια άλλη απέναντι, μέσ’ απ’ τα λιόδεντρα. Τις νύχτες
ανάβανε φωτιές από λόφο σε λόφο. Πυρσοφόροι περνούσαν,
μια οπή τεράστια ανοιγόταν στο σκοτάδι· διακρινόταν το χάος. Και πάλι
η νύχτα κρυβόταν μες στη νύχτα. Όλοι κρυβόνταν. Δεν καταλάβαινα τίποτα.

Πότε μας βάζαν ν’ απαγγείλουμε κάτι ποιήματα μπροστά σε ξένους.
Εμείς, παιδιά, δε θέλαμε. Κλαίγαμε. Πότε να προσφέρουμε
μιαν ανθοδέσμη σ’ έναν άσκημο, αδύνατο γέρο με ψεύτικες μασέλες. Πότε
μας βγάζαν κι εμάς στον εξώστη να χαιρετίσουμε τα πλήθη. Πότε μας κρύβαν
κάτω στα υπόγεια με τα μεγάλα κιούπια. Κοιτούσαμε τις αράχνες·
έσταζε το κερί· παίρναμε τις ζεστές σταγόνες· φτιάχναμε
λαγούς, αλέτρια, βάρκες ή γυμνά ανθρωπάκια. Πότε μας στέλναν,
νύχτα, με συνοδεία, στα χτήματα, κοντά στον πατέρα σας.

Δεν προφταίναμε να βγάλουμε τα σαντάλια μας, να σεργιανίσουμε στη χλόη,
να κόψουμε μόνες ένα μήλο. Μας έπαιρναν πάλι.
Άλλαζαν οι σημαίες στα φρούρια, στα δημόσια κτίρια. Ποιός νίκησε τάχα; Ποιός νικήθηκε;

A great silence was spread for a while, as if everything lost

their importance and weight. A serene relaxation was crawling

behind our knees. No one scared the cat away off the table

where it was eating the leftover fish. The light was spread

wide and in a subdued white color on the window panes.

Soon after all this, the drums sounded loud and crazy.

A horn was on the top of the castle and another one among

the olive trees. Torch bearers passed, creating a gigantic

lighted tunnel in the darkness. The end of chaos was visible.

Then again night vanished in the night. They were all hiding.

I couldn’t understand all this.

Sometimes they forced us to recite poems in front of foreigners.

We, as children, didn’t like that. We cried. Sometimes we had

to offer a bouquet of flowers to an ugly, weak old man with

false dentures. Sometimes they positioned us on the terrace

from where we greeted the people. Sometimes they hid us

down below in the cellar with the huge jars. We paid attention

to the spiders; the candlesticks were dripping; we took the hot

wax drops and we moulded rabbits, ploughs, boats of naked

little people. Sometimes, during the night, they sent us,

protected by guards, to the fields close to your father.

But before

we could take off our sandals and walk around on the grass,

or we could grab an apple from a tree, they’d take us back. The

flags were changed on the terraces, and the public buildings.

Who won really? Who lost?

Tasos Livaditis-Poems, Volume II

Tasos Livaditis-Poems, Volume II
 
POEMS 1958-1964
 
 
Γέγραπται
 
Περπατούσαμε φλυαρώντας μες στη μεγάλη φωτισμένη
      νύχτα,
όταν θέλοντας, για μια στιγμή, να φτιάξεις τα μαλλιά σου,
σταμάτησες και κοιτάχτηκες σε μια βιτρίνα.
Ήταν ένα γραφείο κηδειών. Γελάσαμε.
 
Κι όμως, μένει για πάντα πια από τότε πάνω στα μαλλιά σου
αυτή η ωχρή, αμείλιχτη ανταύγεια απ’ τα παλιά, πολυκαι-
       ρισμένα φέρετρα.
 
 
 
Destiny
 
We were walking and talking in the long starlit
             night
when suddenly you wanted to fix your hair.
You stopped and looked at yourself in the glass
of a display window of the funeral home.
We laughed.
 
However that pale, merciless reflection of the old
coffin still remains on your hair.

Muesser Yeniay (Μουεζέρ Γενίαϊ), Τρία ποιήματα

To Koskino

ΠΕΝΘΟΣ

Το να είσαι γυναίκα
σημαίνει να είσαι υποταγμένη, μαμά

μου πήραν τα πάντα

μια γυναίκα την παιδικότητά μου
ένας άνδρας τη θηλυκότητά μου

ο Θεός δεν έπρεπε να είχε δημιουργήσει τη γυναίκα
ο Θεός δεν ξέρει να γεννάει

ορίστε έσπασαν τα πλευρά
όλων των ανδρών

ο λαιμός μας έγινε λεπτότερος από τρίχα

οι άνδρες μας κουβαλούν στους ώμους τους
σα σωρούς

μείναμε κάτω από τα πόδια τους

ελαφριές σαν ένα φτερό πετάξαμε
από μια σφαίρα σε έναν Αδάμ

και τα λόγια μου μαμά
είναι τα χνάρια τους.

Πριν από εμένα υπήρχαν έρημοι

Είδα πως έτρωγαν το κουφάρι μου
δεν είπα “φέρε με στη γη!”
βρήκα τον εαυτό μου γύρω από τη φωτιά
σαν την καμπούρα της καμήλας
διπλώθηκα όσο περνούσα μέσα από τη γη

μάζεψαν μια χούφτα άμμου στις παλάμες τους
και τη σκόρπισαν…
τις νύχτες κοιμήθηκα στα αποτυπώματα των ζώων
το σώμα μου έπλεε σε κύματα
όταν τελείωσε…

View original post 248 more words