Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Χτυπούσαν οι καμπάνες· σώπαιναν. Άνθρωποι εφτάναν, φεύγανε, τρέχαν.
Κάποτε πιάνανε καταρρακτώδεις βροχές· πλημμύριζαν οι στέρνες μες στα σπίτια·
έλεγες όλα θα τα πάρει το νερό, θα τα τραβήξει στη θάλασσα, θα τα ξεπλύνει.
Έβγαινε πάλι ο ήλιος· στέγνωναν· δεν άλλαζε τίποτα. Ο κήπος
έκανε τον αθώο· λάμπαν τα γαρίφαλα. Πάνω απ’ τον κήπο
κροτούσαν τα τυπογραφεία, οι γραφομηχανές. Ίδιοι άνθρωποι μ’ άλλα προσωπεία,
κουρντισμένοι, ξεκούρντιστοι, μπαίναν στις αίθουσες, καθόνταν
μπρος σε μεγάλα, μαύρα, αστραφτερά, δικαστικά τραπέζια,
τα χέρια τους ήταν μεγάλες, άπληστες, λυμφατικές αράχνες,
ξετύλιγαν ρουλά χαρτιά· διάβαζαν· έγραφαν· σφράγιζαν·
έστελναν άλλα χαρτιά· χειρονομούσαν· άνοιγαν διάπλατα το στόμα,
φωνή, κραυγή δεν έβγαινε — μια μαύρη τρύπα στον αέρα·
μπορεί και να φωνάζαν «ζήτω» ή «κάτω» — δεν ξεχώριζα τίποτα·

μόνο ένας φόβος ξεχώριζε· δεν ήξερα τότε γιατί· απορούσα
πώς μπορεί να φοβούνται οι μηχανές, τα τραπέζια, οι καρέκλες,
το στόμα του καπνοδόχου, το μισοτελειωμένο κρασί στο ποτήρι,
η ψημένη κότα στην πιατέλα, ένα πιρούνι υψωμένο πάνω απ’ το πιάτο —
κι έμενε εκεί παγωμένο.
Κάτι όμορφοι αγγελιαφόροι καταφτάναν·
ανοίγαν κι εκείνοι το στόμα τους· ήχος δεν έβγαινε·
μα ήταν αλλιώς αυτοί· λαχανιάζαν· μας άρεσε
εκείνο το λαχάνιασμά τους· φαινόταν κι η γλώσσα τους
κόκκινη, κατακόκκινη, σα να ’ταν πολύ καλοκαίρι με ποτάμια και δέντρα.

Sometimes the bells chimed; then they went silent. People
arrived, left, run; heavy rains fell. The house cisterns
got filled to the top, you’d think that everything washed
away by the water all the way to the sea, to be cleansed.
Then they dried up in the sunshine; nothing had changed.
The garden pretended to be innocent; the carnations shone.
The typesetting, the typewriters echoed above the garden. 
Same people with different masks, tuned up, out of tune,
entered big halls, sat like judges behind big, black, shining
their hands resembled huge, greedy, lymphatic spiders,
that unrolled rolls of papers. They read, they stamped,
they forwarded papers, they gesticulated, with wide opened
mouths, they had no voice — their mouths just a big
black hole in the air. Perhaps they even saluted, hurrah,
                hurrah, I couldn’t tell.
Only a certain fear was discerned; I didn’t know the reason
back then; I wondered why machines were afraid of the tables,
the chairs, the chimney’s mouth, the half-drunk wine in the glass,
the roasted chicken in the platter, a fork hovering over the plate;
that stayed exactly there, frozen.
Sometimes handsome messengers arrived; they opened
their mouths too. No sound was heard. However they were
different; always out of breath. We liked their short breath;
we could see their tongues, red, totally red, as if it was still
summer with many rivers and trees.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s