Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Τα σεντόνια πέφταν στο πάτωμα. Πολλές φορές έκανα πως κοιμάμαι·
την παρακολουθούσα — πλαγιασμένην πιο κει σε ασάλευτη ένταση. Μια νύχτα
το φεγγαρόφωτο είχε εισδύσει στο δωμάτιο, την έλουζε ώς τη μέση·
την είδα να κινεί τα φωτισμένα δάχτυλά της σα χορεύτρια, σαν ιέρεια,
σα να ’πλεκε ένα αόρατο σκοινί, σα να ’γραφε αριθμούς στον αέρα·
κάτι μετρούσε — ίσως τα χρόνια της (ή μήπως την ανυπαρξία;)
ύστερα τα ’φερε γύρω στο λαιμό της, τ’ άφησε εκεί ασημένια,
και μονομιάς τινάχτηκε σα να τρόμαξε. Σηκώθηκε,
πήρε την άσπρη δαντελένια ομπρέλα της μητέρας, την άνοιξε
και κάθισε κάτω της, συμμαζεμένη στο κρεβάτι, σαν για να προφυλαχτεί
απ’ το φεγγάρι ή απ’ τους ίσκιους της νύχτας. Έμοιαζε έτσι
σα να ’ταν όλη τρυπημένη από μικρούς ασημογάλανους μαιάνδρους.

Μα ίσως στο μεταξύ να με είχε πάρει ο ύπνος. Όταν άνοιξα τα μάτια μου
είδα τα μαντεμένια πόδια των κρεβατιών πανίσχυρα, τριχωτά, κτηνώδη.
Άκουσα που περνούσε ο σταμνάς για τη δουλειά του. Κοίταξα απ’ το παράθυρο.
Στο δρόμο ήταν άδεια πακέτα από τσιγάρα, σημαιούλες, χαρτοπετσέτες, φυσίγγια.
Πίσω απ’ τα κυπαρίσσια φαινόταν η μάντρα του μαρμαράδικου
μ’ έναν τεράστιο χάλκινο ιππέα. Μια μέρα
ακούστηκε ένας τρομερός, άγνωστος θόρυβος. Μες στην τραπεζαρία,
καταμεσής στο τραπέζι με το πρόγευμα, είχε πέσει
ο μεγάλος πολυέλαιος. Μπορούσες πια να περιμένεις τα πάντα.

The bed-sheets were falling onto the floor. I often pretended
to be asleep, I kept an eye on her, laying down in a motionless
intensity a bit further away. One night, when the moon had
flooded the room and shone up to her waist, I saw her moving
her moonlit finger, as if she was a dancer, a priestess, as if
she was knitting an invisible rope, as if she was inscribing
numbers in the air; she was counting something, perhaps
her years (or perhaps inexistence?) Then she brought her fingers
around her neck, she let them there, silvery and suddenly
she jumped up as if she was scared of something. She got up,
took mother’s white, lace umbrella, she opened it and sat
under it, there next to the bed, as if to protect herself
from the moon or the shadows of the night. The umbrella
looked as if it was poked by small silvery-blue meanders.
Yet, perhaps I fell asleep in the meantime. When I woke up
I noticed the cast iron, beastly, hairy, powerful legs of the bed.
I heard the pitcher man going by to his work. I looked out
of the window. I saw empty cigarette packages, little flags,
paper-napkins, gunshot shells. Behind the cypresses you could see
the fence wall of the marble shop with its gigantic bronze horseman.
One day we heard a horrible, unfamiliar noise; a huge chandelier
had fallen on top of the table in the dining room after breakfast.
Then, you could wait forever.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s