Tasos Livaditis-Selected Poems

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
 
     Καθόταν έξω στα χωράφια και σχεδίαζε πάνω στο χώμα
πουλιά. Μα τα πουλιά ζητούσαν ουρανό. Τότε σχεδίασε
γύρω τους την αιώνια θλίψη.
     Και τα πουλιά πέταξαν.
 
CREATION
 
      He would sit out in the fields and draw birds
on the soil. But the birds yearned for the sky. Then
all around them he drew the eternal sorrow.
      And the birds flew away.

Langston Hughes, Τρία ποιήματα

To Koskino

ΟΝΕΙΡΟΥ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

Τα χέρια μου ν’ ανοίξω διάπλατα
μέσα στο φέγγος του ήλιου
και να χορεύω και να στροβιλίζομαι
ώσπου να σβήσει η άσπρη μέρα.
Μες στη δροσιά του δειλινού
κάτω από δέντρο να ξεκουραστώ ψηλόκορμο
ενώ η νυχτα θά ‘ρχεται απαλά,
μαύρη καθώς εμένα,
αυτό ‘ναι τ’ όνειρό μου!

Τα χέρια μου ν’ ανοίξω διάπλατα
κατάντικρυ στον ήλιο,
και να χορεύω και να στροβιλίζομαι,
ώσπου να σβήσει η μέρα η γρήγορη.
Μες στο χλωμό το βράδυ να ξεκουραστώ…
ένα λιγνό δέντρο ψηλόκοπρμο…
η νύχτα νά ‘ρχεται απαλά,
μαύρη καθώς εμένα.

*

ΠΟΡΦΥΡΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Της τραγωδίας τα τύμπανα για με χτυπήστε,
της τραγωδίας τα τύμπανα και του θανάτου.
Κι ας πει ο χορός τραγούδι ανταριασμένο,
για να πνίξει τον ρόγχο της στερνής πνοής μου.

Της τραγωδίας τα τύμπανα για με χτυπήστε,
τα λαμπερά βιολιά απαλά κι αργά ας θροΐσουν.
Αλλά έναν ήχο ηλιόχαρο σαλπίστε
να πάει μαζί του
στο σκοτάδι

View original post 61 more words

Daily Dose of Bhagavad Gita

Be Inspired..!!

Chapter 2: Contents of the Gita Summarized

TEXT 30

dehi nityam avadhyo ‘yam
dehe sarvasya bharata
tasmat sarvani bhutani
na tvam socitum arhasi

Chapter 2 Verse 30

TRANSLATION

O descendant of Bharata, he who dwells in the body is eternal and can never be slain. Therefore you need not grieve for any creature.

PURPORT

The Lord now concludes the chapter of instruction on the immutable spirit soul. In describing the immortal soul in various ways, Lord Krsna establishes that the soul is immortal and the body is temporary. Therefore Arjuna as a ksatriya should not abandon his duty out of fear that his grandfather and teacher—Bhisma and Drona—will die in the battle. On the authority of Sri Krsna, one has to believe that there is a soul different from the material body, not that there is no such thing as soul, or that living symptoms develop at a certain stage…

View original post 56 more words

Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry, 1750-2018

 
Poem by Yannis Ritsos
 
ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ
 
Στα σκοτεινά, σκοντάφτοντας σε γόνατα, και κάποτε
σε κάποιο μαλακό καπέλο. Μα ελάχιστη ανταύγεια
απ’ τ’ άσπρο κάθετο πανί και το μικρό φανάρι
της ταξιθέτριας. Οι δυο διαρρήκτες ξεμακραίνουν.
Ο Ένας κρατάει τη βαλίτσα του, ο άλλος το πανωφόρι μου
(παρ’ όλη τη μεγάλη απόσταση τα διακρίνω ξεκάθαρα)
και ξαφνικά μου ρίχνουν στην ποδιά με γρήγορη κίνηση
πρώτα το πανωφόρι μου, μετά τη βαλίτσα. Την ανοίγω,
κι είναι κεί μέσα οι παιδικές φωτογραφίες μου
καρφιτσωμένες μια μια με σκουριασμένες πινέζες.
 
Participation
 
In the dark stumbling on knees and sometimes
on a certain soft hat The slightest gleam
from the white vertical cloth and the small flashlight
of the usherette The two robbers wean away
one of them holds my suitcase the other my overcoat
(despite the distance I discern them clearly)
and suddenly they throw at my lap somehow hastily
first my overcoat then my suitcase I open it
and there I see pictures of my childhood
pinned one by one with rusted thumbtacks
 

Φιλοσοφία για όλους- Καταρρίπτοντας τους μύθους — Αντικλείδι

Ας επιστρέψουμε 27 αιώνες πίσω στον χρόνο. Σε έναν κόσμο πριν από τη γέννηση της φιλοσοφίας. Οι άνθρωποι ζουν, αναπαράγονται και πεθαίνουν χωρίς να αναζητούν την αλήθεια. Ερωτεύονται, δουλεύουν, πολεμούν και φοβούνται. Φοβούνται τα πάντα. Την μῆνιν των θεών, τα φυσικά φαινόμενα και φυσικά τον θάνατο. Η μοίρα είναι κυρίαρχη, το πεπρωμένο αναπόδραστο, ο κόσμος…

Φιλοσοφία για όλους- Καταρρίπτοντας τους μύθους — Αντικλείδι

Etel Adnan, Ποιήματα

To Koskino

Photo: Norma Cole, from eteladnan.com

*Μετάφραση: Νικολέττα Σίμωνος

IV.

Κανείς δε σου ζήτησε να γίνεις φόβου
άγγελος
πόσο μάλλον άγγελος θανάτου

Το μόνο που θέλαμε ήταν να ’ναι το δέρμα σου
τόσο απαλό
όσο η θάλασσα
ένα απόγεμα του Οκτώβρη
στη Βηρυτό του Λιβάνου
ανάμεσα σε δυο εμφύλιους

Ήρθες
με μια χούφτα πόνο
κι ένα χαμόγελο
που άνοιξε τη γη κάτω από τα πόδια μου
όπως κάνει ο σεισμός
όταν σμίγουνε
δυο άνθρωποι.

*Από την ενότητα “Love Poems”, στην ανθολογία Women of the Fertile Crescent: An Anthology of Modern Poetry by Arab Women (1978).

ΑΤΙΤΛΑ

τι νέο υπάρχει
στη ζωή μου: η ανακάλυψη
μιας μάζας άστρων στον
Γαλαξία

για να γλιτώσω απ’ το κενό αέρος
που μια βόμβα δημιουργεί σε
ένα προάστιο της Βαγδάτης ξαναδιαβάζω
τους στίχους του Al-Sayyab

για να αποτρέψει το κακό,
ο χρόνος επιταχύνει την εμφάνιση
των λουλουδιών τα παιδιά
παίζουν

πιασμένοι στην παγίδα της φαντασίας μας
οι άγγελοι φανερώνονται στους

View original post 654 more words

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III
AJAX
 
 
Άλλος μου κάρφωσε τα δόντια στο μηρό —λυσσασμένο σκυλί·—
παμπόνηροι Ατρείδες, —
κι ο Τεύκρος να λείπει στα βουνά. Φώναξα: Τεύκρο, Τεύκρο·
φωνή δε βγήκε. Ξαναφώναξα. Κάτω απ’ τα πόδια μου έχανα τη γης. Δεν είχα
να κρατηθώ από πουθενά, μήτε απ’ την ίδια μου τη ζώνη —
καθώς την έψαχνα τυφλά, το ’νιωσα ξάφνου πως ήταν κομμένη
κι αντί να με κρατήσει, την κρατούσα στο χέρι
σάμπως γδαρμένη ουρά ενός άγνωστου, απίθανου ζώου.
Κλείσε τις πόρτες, κλείσε τα παράθυρα, μαντάλωσε τη μάντρα.


 
The other bit my thigh, like
a rabid dog, the conniving Atreides, and Teucer far
away on the mountains. I yelled, Teucer, Teucer, no answer.
I yelled again, the earth was receding under my feet. I had
nothing to hold onto, not even my own belt, for which
I groped in the darkness when I felt it was cut and while
I held it, it was as if I was holding the skinned tail of an
unknown, unearthly animal.
Close the doors, shut the windows, seal the gate.
 

Swamped, a novel by Manolis Aligizakis

When Eteocles and Nicolas start attending the elementary school in the area, like children anywhere, they gang up in groups and get into the usual kinds of fights between the groups. In their village those fights mostly center around football games. Eteocles and Nicolas naturally join the team from the upper side of the village, whose fiercest rival is the team from the lower part of the village. Usually there are about ten kids on each side. Eteocles, who is one of the youngest, plays goalkeeper and guards the space between two big stones placed at the proper distance from one another at his team’s end of the field.
Nicolas is always at the front of their team, playing center position and usually scoring most of the goals for their team and making Eteocles feel proud of his brother. And of course there are times when the two teams argue over whether the ball was out or was kicked too high over the imaginary goal posts, and sometimes the argument ends in a fistfight between the kids of the upper village and the lower village, with bloody noses and bruised ribs all too common among these children who often seem to enjoy spending their vitality fighting.
Today is one of those times. After school the two sides gather in the school yard and make all the customary arrangements: putting goal “posts” in place, deciding who will play what positions, and drawing straws to see who has the ball first. Then the game commences. On this day, they play for half an hour and are tied two goals apiece before all hell breaks loose when Nicolas scores a goal the other side calls “out,” and Nicolas and his team insist it was a fair goal and the other team shouts in unison, “Asshole,” which is all the trigger Nicolas needs to land a couple of good blows with his fists on the two nearest kids on the other team, and then they all take part in their ritual and fight, and not even a sudden shower of rain can stop the upper village kids fighting their agemates from the lower village until three or four from each side have bleeding noses and bruised arms and faces. Nicolas of course is the keenest fighter on the upper village side, and he manages to inflict most of the damage on the enemy until everyone has had enough of fighting and the two teams go their separate ways

Richard M. Berlin, Playing God in the Hospital / Παριστάνοντας τον Θεό στο Νοσοκομείο

To Koskino

A fly buzzes
black complain
At the glass

Drown by sunlight Reflected off snow,
It is trapped

Withot design
To know another way
My pager calls
code blue*

And for no reason
at all
I lift the window
and blow a little life
back into the world

Παριστάνοντας τον Θεό στο Νοσοκομείο

Μια μύγα ζουζουνίζει
μαύρο παράπονο
στο τζάμι

Παρασυρμένη από το ηλιόφως
που αντανακλάται από το χιόνι
έχει παγιδευτεί

μ’ άγνοια του σχεδιασμού μιας άλλης πορείας.
Ο βομβητής μου καλεί

τον μπλε κωδικό*
Και χωρίς καμιά
αφορμή

σηκώνω το παράθυρο
και φυσώ μια μικρή ζωή
πίσω στον κόσμο

*Μπλε Κωδικός / Code Blue: Νοσοκομειακός Κωδικός στα Αμερικανικά νοσοκομεία γιατην Επείγουσα Καρδιοαναπνευστική Αναζωογόνηση (ΚΑΡΠΑ). Η αναγγελία από τον υπεύθυνο γιατρό του τέλους της ΚΑΡΠΑ δηλώνει το θάνατο του ασθενούς στον οποίο απέτυχε η ανάταξη / τάξη.

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή “Εργαστήριο Ανατομικής”, εκδ. Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2016.
**Μετάφραση: Μίλτος Αρβανιτάκης.

View original post

Tasos Livaditis-Poems, Volume II

 
Η ΕΚΤΗ ΗΜΕΡΑ
 
     Ήταν η έκτη μέρα της δημιουργίας, η μητέρα είχε ντυθεί στα
μαύρα, φορούσε και το καλό καπέλο της με το βέλο, “δεν έπρεπε να
μας το κάνει αυτό ο Θεός” είπε, στο βάθος χλωμοί άντρες στήναν
τη μεγάλη σκηνή του τσίρκου,
     “γύρισε σπίτι είναι αργά”, “ποιό σπίτι», είπα κι αγκάλιασα το
φανάρι του δρόμου,
      η μικρή ξαδέλφη όπου να `ναι θα πέθαινε, την έσπρωξα πίσω απ’
την ντουλάπα, “σ’ αγαπάω” έλεγε, μα εγώ την έγδυνα κιόλας σαν
πόρνη — κι όταν τη θάψαμε, εγώ έμεινα για πάντα εκεί, πίσω απ’
την ντουλάπα, μισοφαγωμένος απ’ τα ποντίκια,
     κι ήταν η έκτη μέρα της δημιουργίας,
     οι τροχαλίες γρύλιζαν καθώς ανέβαζαν το πρώτο ρολόι στη στέ-
γη του σταθμού,
     κάθισα στην άκρη του δρόμου, τόσο θλιμμένος, που οι τυφλοί
μ’ έβλεπαν.
 
THE SIXTH DAY
 
     It was the sixth day of creation; mother was dressed in black;
she wore her good hat with the veil “God shouldn’t had done this
to us” she said; at the far end pale workers put together the big
stage of the circus
    “come back home, it’s late”, “which home?” I asked and hugged
the lamp-post of the street
     my young cousin was almost dead when I pushed her behind the
closet, “I love you” she’d say but I had already undressed her — like
a whore; — when we buried her, I stayed there forever, behind the
closet, half eaten by the mice
     and it was the sixth day of creation
     pulleys grunted as they lifted the first clock up to the roof
of the station
     I sat by the side of the street, so sorry, that even the blind
could see me.