Tasos Livaditis-Poems, Volume II

Tasos Livaditis-Poems, Volume II

POEMS 1958-1964


Άνθρωποι που πέρασαν τη ζωή τους ρυθμισμένα και ήρεμα,

ανάμεσα σε ώρες εργασίας και αμίλητα συζυγικά νεκρόδειπνα

λίγος καφές στο τέλος του φαγητού για τη χώνεψη,

λίγα όνειρα για το φόβο της καρδιοπάθειας,

λίγη ελεημοσύνη για τη σωτηρία της ψυχής.

Ώσπου μια νύχτα, σηκώνονται στη μέση του δείπνου ξαφνικά

από συνήθεια, μάλιστα, παίρνουν και το καπέλο τους —

και χάνονται. Πού πάνε; Κανείς δεν ξέρει. Μα η δίψα τους


κι η απόγνωση μεγαλώνει τους ορίζοντες.

Έτσι σκέφτηκαν, να κάνουνε για μια σιτμγή.

Ύστερα πέρασε. Σκουπίζουνε το λίγο ιδρώτα πλάι στη μύτη

και μπαίνουν αθόρυβα στην κρεββατοκάμαρα. Ενώ στο διάδρομο

μένει μονάχο, πάνω στην καρέκλα, το καπέλο

σαν το μικρό ανάχωμα ενός τάφου,

που σκέπασε βαρειά κι ανέκλητα

όλη τη ζωή τους.

The Hat

People who spent their lives serenely, rhythmically

between their working hours and the silent marital

              dead suppers

some coffee at the end of supper to help digest

the food, a few dreams to abate a heart attack

some charity gestures to save the soul

until one evening, mid-supper, they suddenly get up

and as it was their habit, they took their hats

and disappeared; to where?

No one knew; yet the thirst burned them

and the resignation widened the horizon.

I mean, they momentarily thought of doing this.

Then it passed. They wiped a bit of sweat next

to the nose and walked to the bedroom. While,

in the hallway, the hat, alone was left on the chair

like a small embankment of a grave

that covered their lives heavily

and irreparably. 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s