Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

ΦΑΙΔΡΑ/PHAEDRA
 
(Απόσπασμα-Excerpt Ι)


… Είναι φυσικό
άμα οι θεοί το θέλουν οι θνητοί να σφάλλουν.
 
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, “Ιππόλυτος”

(Ανοιξιάτικο απόγευμα, πολύ ήσυχο. Μια συνηθισμένη ησυχία, κι όμως κάπως υπερβολικά φωτισμένη, υπερβολικά τονισμένη πότε απ’ τη φωνή ενός πουλιού, πότε απ’ το χτύπο ενός καρφιού που μπήγεται στο ξύλο ή απ’ το χτύπο μιας σμίλης πάνω στο μάρμαρο — αυτή η αόριστη πυκνή ησυχία σα να πρόκειται σε λίγο να ’ναι ολότελα έτοιμο ένα θαυμάσιο, γυμνό, λυπημένο άγαλμα, σα να κρέμεται άσκοπα κάποιο σκοινί στο κλαδί ενός δέντρου, ενώ στο εξώφυλλο ενός βιβλίου, ξεχασμένου απ’ το μεσημέρι στο παγκάκι του κήπου, καμπουριασμένου απ’ τον ήλιο, σεργιανάει αδιανόητα κάποιο στρογγυλό έντομο με τα φτερά του μαζεμένα κάτω απ’ το στιλπνό, μαύρο, σκληρό κέλυφός του. Στη μεγάλη, ανατολική, ασβεστωμένη κάμαρα, μια γυναίκα, ίσως πάνω από σαράντα χρονώ, σε μια πλεχτή κουνιστή πολυθρόνα, λικνίζεται ελαφρά, πιέζοντας σε κανονικά διαστήματα τις άκρες των ποδιών της στο πάτωμα. Η ακρίβεια του ρυθμού δείχνει μιαν αυστηρή θέληση που κινδυνεύει. Και τα δάχτυλα των ποδιών της, έξω απ’ το σανδάλι, αυστηρά συμμετρικά. Κρατάει τα μάτια της κλεισμένα. Με τα χέρια σταυρωτά στο στήθος της ψαύει τις θηλές της, στην αρχή πάνω απ’ το ύφασμα, ύστερα κατάσαρκα. Ωστόσο ο ρυθμός της κίνησής της δεν αλλάζει. Άσπρες λεπτές κουρτίνες στα παράθυρα. Ανάμεσα στις δυο ανοιχτές μπαλκονόπορτες, κι αυτές με κουρτίνες, ένας μεγάλος καθρέφτης. Ένα μαρμάρινο τραπέζι. Καναπές. Δυο πολυθρόνες. Δυο σκαλιστές καρέκλες. Το φως, παρότι πλησιάζει το λιόγερμα, παραμένει λευκό, διάχυτο — ίσως απ’ τις κουρτίνες. Άξαφνα, έξω στην αυλή, οπλές αλόγων, αλυχτήματα σκυλιών, μια νεανική φωνή, κυριαρχική. Ταυτόχρονα, ο καθρέφτης, το τραπέζι, οι κουρτίνες, οι τοίχοι, πορφυρώνουν. Η γυναίκα σηκώνεται με απότομη κίνηση, εντελώς διαφορετική απ’ τον προηγούμενο ρυθμό της. Βγαίνει στο διάδρομο. Ακούγεται η φωνή της. Ίσως κάτι παραγγέλνει στην Τροφό. Επιστρέφει. Το δωμάτιο κατακόκκινο, κι αυτή κατακόκκινη. Παίρνει την πρώτη θέση της — ακίνητη τώρα. Αμέσως μπαίνει ο νέος που η φωνή του είχε ξεχωρίσει λίγο πριν στην αυλή. Όμορφος, ιδρωμένος, με ανάστατα μακριά χρυσά μαλλιά. Σίγουρα γυρίζει από κυνήγι. Χαιρετάει με σεβασμό, που δεν του λείπει κάποια αμηχανία. Η γυναίκα κοιτάζει τα εύγραμμα πόδια του, ξαναμμένα απ’ τον ήλιο, όχι μαυρισμένα, λευκορόδινα, με σγουρό ξανθό τρίχωμα. Μικρή σιωπή. Του δείχνει την πολυθρόνα αντίκρυ της. Το φως του δωματίου γυρίζει απ’ το κόκκινο προς το χρυσό μενεξελί. Τον κοιτάζει πάντα στα πόδια, όχι στο πρόσωπο, — στην κνήμη, σφιγμένη στα λουριά του σανδάλου, στα στιλπνά κανονικά νύχια μ’ ένα ελαφρό περίγραμμα σκόνης που δείχνει πιο σάρκινες τις ρώγες των δαχτύλων. Η γυναίκα, με μια χειρονομία ανεξήγητα προκλητική, ανάβει τσιγάρο. Ο νέος συγκρατεί ένα μορφασμό. Ίσως να ’ναι η πρώτη φορά που καπνίζει μπροστά του. Φυσάει τον καπνό απ’ τα ρουθούνια και το στόμα. Μιλάει):
 
 
  
 
It’s natural for humans to err when the gods wish it
 
                                             ~Ippolytus, by Euripides
 
 
Quiet spring afternoon. A normal quietness, somehow overly sunlit, overly
accentuated by a bird chirp, or the pounding of a nail in the wood or
the pounding of a chisel on the marble — this vague, thick quietness, as if
a beautiful, naked, sad statue was to be completed soon, as if a rope was
hanging from a tree branch, while one round insect with its folded wings and
its smooth, black, hard shell was sauntering on the cover of a book, warped by
the heat, and forgotten on the park bench since noon. In the large eastern
whitewashed room a woman, perhaps over forty years old, sitting on a rattan
chair, swings lightly as she occasionally pushes the floor with her tiptoes. The
exactness of the rhythm underlines a stern will power in danger. Her tiptoes,
showing out of her sandals, look stern, symmetrical. She has her eyes closed.
Arms crossed over her breasts she feels her nipples, first over the cloths, then
with her fingers under the chiton. Yet the rhythm of her movements doesn’t
change. White curtains on the windows. Between the two open balcony doors,
also with curtains, a huge mirror; a marble table; a couch; two armchairs; two
engraved chairs. Although evening is nearing, the light remains bright, flooding,
perhaps because of the curtains. Suddenly you hear hoofs of horses in the yard,
dog barking, a youngish, dominant voice. At the same time the mirror, the table,
the curtains, the walls, turn purplish. The woman stands up with a sudden
movement, indifferent to her previous rhythm. She goes to the hallway. Her
voice is heard. Perhaps she calls the nurse. She returns. The room turns into
vermillion, she does too. She assumes her first position, this time motionless.
Soon the young man who’s dominant voice was heard a few minutes earlier
enters. Handsome, sweaty, with unravelled blonde hair. He, surely, returns
from hunting. He greets her with respect as if he’s comfortable with her.
The woman looks at his well lined legs, sunburn, not suntanned, white-rosy,
with curly hairs. A brief silence.  She shows him the armchair opposite her.
The light of the room turns from red to violet. She always looks at his legs,
not his face — his calf, tied with the straps of the sandals, his well-shaped
nails with a light dust outline that underlines the tips of his toes. The woman
lights a cigarette with an inexplicably provocative gesture. He young man
maintains his cool. Perhaps this is the first time she smokes in front of him.
she blows the smoke through her nostrils and mouth. She speaks:
 
 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s