Σταύρος Ζαφειρίου: Το λιοντάρι της Δρέσδης (II)

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Το λιοντάρι της Δρέσδης

II

Ένας άγγελος προ του εαυτού φτερουγίζοντας,
ακούγοντας μονάχα τη βουή των κινητήρων.

Δεν είχα διόλου φανταστεί πως ούτε οι κρύπτες των ναών θα τους γλιτώσουν
και γέλασε.

Ούτε ποτέ μου πέρασε απ’ τον νου πως ξεπαστρεύεις τόσο απλά την ιστορία,
και γέλασε.

Ένας άγγελος φτερουγίζει απαλά,
υπεριπτάμενος της θέας των νεκρών του∙

αυτών, ποιων;
Ποιοι είναι αυτοί που γλιστρούνε στ’ αφώτιστα βάθη του γέλιου του;
Ποιος τους φωνάζει και ποιοι του απαντούν;
Ποια λόγια θάβουν τη φωνή κάτω από άλλα λόγια;

Από το ποιητικό βιβλίο Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία) (2012) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

View original post

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume II
 
ΦΑΙΔΡΑ/PHAEDRA
 
(Απόσπασμα-Excerpt ΙΙ)

Σε κάλεσα. Δεν ξέρω πώς ν’ αρχίσω. Περιμένω να βραδιάσει,
να μεγαλώσουν στον κήπο οι σκιές, να μπουν στο σπίτι
οι σκιές των δέντρων και των αγαλμάτων, να μου κρύψουν το πρόσωπο, τα χέρια,
να μου κρύψουν τα λόγια που, ασχημάτιστα ακόμη, διστάζουν· — αυτά που δεν ξέρω,
που τα φοβάμαι.
Σε κάλεσα, ανέτοιμο κι εσένα, πριν πάρεις ανάσα,
πριν μπεις στο λουτρό, μ’ όλη τη σκόνη κολλημένη
στο ωραίο σου πρόσωπο· (κοκκίνισες· σ’ έπιασε ο ήλιος· — δε μ’ άκουσες,
δε φόρεσες κείνο το μαρτιάτικο δαχτυλίδι που σου ’πλεξα·) και πόσα χνούδια
απ’ τα αγριάγκαθα του δάσους στα μαλλιά σου.
Κοίτα
αυτό σα σβόλος από πούπουλο, — τί ανάλαφρο· κι αυτό
λες κι είναι το μικρό σαγόνι ενός απόκρυφου ζώου, — σου δαγκώνει το βόστρυχο
πάνω ακριβώς απ’ το φρύδι· — στάσου να σ’ το βγάλω. Μεγάλωσε η μέρα·
έπιαναν πρόωρα οι ζέστες· — το νιώθεις στα υφάσματα, στο ξύλο τωνεπίπλων, στο ίδιο σου το δέρμα
σαν μια θλιμμένη αναβολή.
 
 
I called you here. I don’t know how to start. I wait for the evening
to come, the shadows to grow long in the garden, the shadows
of the statues and trees to enter the house, to hide my face, my hands,
to hide my words, unspoken, hesitant yet — the words I don’t
know and I’m afraid off.
I invited you, unprepared, before you could catch your breath,
before you bathed, with all this dust glued on your handsome
face; (you got a bit red; you didn’t listen to me, you didn’t put on
that March ring I braided for you) and so much fluff from the wild
thistle of the forest in your hair.
Look
this resembles a ball made of fluff, how weightless; and this
looks like the little jaw of a hiding animal, it bites on your locks
just over your brow. Wait, let me get it out. The day is longer now;
early heat has come, you feel it on the fabrics, the furniture, on
your own skin, like a sad postponement.