Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry, 1750-2018

ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ
 
Αυτός που κοιμήθηκε με τα παπούτσια και τα ρούχα
βρεγμένος ώς το κόκκαλο, κι ο άλλος εκείνος
πούχωσε το κεφάλι του μέσα στη μαύρη σακκούλα,
νιώθοντας τη σκληράδα του πανιού στο σαγόνι του, αυτός
πούκλεψε τά παπούτσια τού νεκρού στό υπνοδωμάτιο
κ’είταν στενά—δέν τά φόρεσε, κι ούτε μπορούσε
νά τά πουλήσει μήπως προδοθεί, ο τελευταίος
πού χτυπούσε συνέχεια τό πόδι του στά σάπια σανίδια
σ’ ένα ρυθμό πού όλοι γνωρίζαμε καί πού κανένας
δέν ήθελε νά ομολογήσει, κι από πάνω
η καπνισμένη λάμπα  κ’ οι φωνές τών μεθυσμένων,
οι χαρτοπαίχτες, τό μεγάλο χάλκινο σταχτοδοχείο
μέ σκαλισμένον τόν πρίγκηπα τών κρίνων,—όταν
μπήκε τ’ αυταρχικό γκαρσόνι, ερμητικό, οστεώδες,
σάρωσε μέ μιά κίνηση τού αριστερού χεριού του
ακέριο τό τραπέζι, ρίχνοντας μέσα στήν καταπακτή
ποτήρια, τραπουλόχαρτα, πακέτα τσιγάρων, κ’ οι θαμώνες
εμβρόντητοι, νά ματαλλάζουν βιαστικά τήν οργή τους
σέ μιάν υπνωτισμένη ευχαριστία, φωτισμένοι καταμέτωπο
απ’ τόν τεράστιο κρυστάλλινο πολυέλαιο πού άναψε άξαφνα
εκεί στό βάθος πίσω από μιάν άγνωστη γυάλινη πόρτα
μέσα στήν άδεια, απέραντη αίθουσα τών επισήμων.
 
 
REVIEW
 
The one who slept with his shoes and clothes
wet to the bone and that other who
put his head in the black bag
feeling the roughness of the cloth on his chin, the one
who stole the shoes of the dead man in the bedroom
and found they were small – he never wore them and
couldn’t sell them from fear of being revealed; the last one
who constantly stomped his foot on the rotten planks
in a rhythm that we all knew and none
wanted to reveal and from above
the smoked lamp and the voices of the drunks,
the card players, the big copper ashtray
with the Prince of Lilacs engraved on it – when
the bossy, skinny waiter entered in a rush, he
swept up with a movement of his left arm
the whole table, throwing down the trapdoor
glasses, playing cards, packs of cigarettes; the players
astonished, hastily transformed their anger
into a sleepy thankfulness, lit straight on the forehead
by a gigantic crystal chandelier that was suddenly turned on
there, at the end of the room, behind an unknown glass door
inside the huge empty hall of the dignitaries.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Με γέλασαν τα πουλιά

To Koskino

Οι μικρές φωλιές γέμισαν
τις λεύκες με φωνούλες
οι δρόμοι ανοίγονται
μπροστά μας σαν γενναία ψεύδη
/τίποτε άλλο μη ζητήσεις
μια βακτηρία που βγήκε
από της γης το χωνευτήρι
να σε στηρίζει
και κλείσε τα μάτια γερά
το απομεσήμερο∙

/μπροστά στη λεκάνη
τρίβει με το μαχαίρι
μία στοίβα πατάτες
τα πόδια της ζαρωμένα και αδύνατα
τ’ άφησε ο καύσωνας
και φέτος∙ όπως έκλεινε τα μάτια
να παραστήσει το λόγο
κόπηκε στη χούφτα∙
όλο χώμα και αίμα στη λεκάνη
πλήγωσε το γεύμα μας
η φευγαλέα σκέψη
της μάνας

View original post

Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν (IV)

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν

IV

Η ευτυχία, μη καπνίζοντες πολίτες!
Ρυτίδιασε τόσους αιώνες η ευτυχία παραχώνοντας την κάθε μέρα στο υπόγειο της άλλης.
Κάποτε όμως πρέπει να τελειώνουμε με αυτά.
Κάποτε πρέπει επιτέλους να ξεμπλέξουμε με τους διαφωρισμούς και με τις μετα-νεωτερικές τους περπατούρες.
Και πιο πολύ με αυτούς τους εκδορείς του υποκειμένου,
που γδέρνουν τον μοντερνισμό σαν σφάγιο κρεμασμένο στο τσιγκέλι.

Κλέος ανδρών∙ και αυτουργοί ενός φολκλόρ που αλληθωρίζει
κατά τις τέντες των πανηγυριών.
Τόσοι πολλοί θεραπευτές και σχεδιαστές συνόρων
και τόσοι καθοδηγητές, γρυλίζοντας κομματικές γραμμές
και υποχρεώσεις∙
τόσοι πολλοί ντελάληδες και αρτίστες γυρολόγοι:

— Θαυμάστε το ασώματο κεφάλι που μιμείται όλους τους μορφασμούς της ανθρωπότητας!
— Χαρείτε τις φιλήδονες ιέρειες των κλειδιών!
— Εδώ ο Χορός! Το φοβισμένο κύμβαλο του ελέους∙
ο αρχαίος νους υποταγμένος στα θεοσύλληπτα!

Τι παρανόηση κι αυτή, παίρνοντας κόσμο και κοσμάκη στον λαιμό της!

Ποιος είπε πως το έλεος είναι κρουστό…

View original post 370 more words