Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry 1750-2018

Poem by Tasos Livaditis

ΤΟ ΑΜΑΞΙ

  Ο άγνωστος κουβέντιαζε χαμηλόφωνα με τη γυναίκα, βέβαια,

η γυναίκα είχε πεθάνει, κι εκείνος κοίταζε το πεπρωμένο, που σαν

μια άδεια άχρηστη θήκη αφήνουν οι νεκροί πάνω στο κάθισμα,

     τα πουλιά χτυπούσαν στο ταβάνι κι έπεφταν στο βρώμικο νιπτή-

ρα, εδώ τέλειωναν όλες οι ιστορίες, βαλσαμωμένοι γέροι κάθονταν

πίσω απ’ τα τζάμια, κι η στοά σκοτεινή με τα υγρά μαγαζιά που

πουλούσαν μεγάλα στρίποδα για φέρετρα και στέφανα απ’ τις δόξες

που είχαμε ονειρευτεί,

     όμως, στο ίδιο σπίτι κατοικούσαν κι εκείνοι οι άλλοι, που δεν

τους βλέπουμε, μόνο τις νύχτες άκουγες να περπατάνε κρατώντας

τις σβησμένες λάμπες, και καμιά φορά περνούσαμε για δικές μας

τις ακατάληπτες χειρονομίες τους,

     κι η μικρή πεθαμένη υπηρέτρια, που πλαγιάζαμε κάποτε, άπλω-

νε τώρα το χέρι της μέσα στις αγρύπνιες μου να της δώσω ένα

ζευγάρι κάλτσες που της είχα υποσχεθεί.

     Έπειτα ησυχία, κι ο θόρυβος του αμαξιού που έφευγε έσβηνε

σιγά-σιγά.

THE CAR

     The foreigner in a low tone voice chatted with the woman, who

of course was dead and he stared at his destiny that useless outline

the dead leave on the chair

     birds struck the ceiling and fell into the dirty sink where all

the stories ended; embalmed old men sat behind the window glass,

the stoa was dark, the stores wet where they sold tripods for caskets

and wreaths for the glory we had once dreamed;

     however, in the same house those others lived, the ones we never see

only during the nights you’d hear them walk holding the put out lamps

and sometimes we mistook their incomprehensible gestures as ours

     and the young dead servant girl, with who we made love long ago,

now stretched her arm in my vigils that I’d give her the pair of nylons

I had promised her.

     Then stillness and the sound of the departing car would slowly fade

away.

Σταύρος Ζαφειρίου, Ιντερμέδιο

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Ιντερμέδιο

Μάνα με τους λεβέντες γιους που βγήκαν στο κυνήγι,
εχ και να ήξερες
πώς ντουφεκάν τις πέρδικες και τα ξεπεταρούδια,
πώς στρώνουν θέρος στα βουνά κι αλώνισμα στην άμμο
και στην τρεμάμενη ζωή στήνουν λυκοπαγίδες.

Κι όχι να κλαις δάκρυ χαράς μηδέ αστραπή της λύπης,
κι όχι ν’ ανάβεις τ’ ουρανού φωτιές για να πηδήσει.
Μόνο τον άγιο να κρατάς ψηλά, στ’ αναστενάρια,
να ’χει τα μάτια στις μπασιές και στο λειψό φεγγάρι
μη φτάσουν ξένες μοναξιές κι αλλότριες λαχτάρες.

Μάνα με τους λεβέντες γιους, ε και να γήτευες
μια φούντα μαύρου θυμαριού σε μια σταγόνα ιβίσκου
και στη γιορτή της όχεντρας μια κακορίζα μύρτου,
νά ’ρθουν τ’ αγρίμια, οχ να ’ρθουν και ο κωλομπαράδες,

νά ’ρθει και ο σταυραετός με την ξανθιά περούκα,
να σύρει πρώτος τον χορό της λυγερής σου δόξας.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν…

View original post 247 more words