Constantine P. Cavafy–Poems

ΠΡΙΝ ΤΟΥΣ ΑΛΛΑΞΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ
 
 
 
Λυπήθηκαν μεγάλως    στόν αποχωρισμό των.
Δέν τόθελαν αυτοί   ήταν η περιστάσεις.
Βιοτικές ανάγκες   εκάμνανε τόν ένα
νά φύγει μακρυά—    Νέα Υόρκη ή Καναδά.
Η αγάπη των βεβαίως   δέν ήταν ίδια ως πρίν
είχεν ελαττωθεί    η έλξις βαθμηδόν
είχεν ελαττωθεί   η έλξις της πολύ.
Όμως νά χωρισθούν    δέν τόθελαν αυτοί.
Ήταν η περιστάσεις—   Ή μήπως καλλιτέχνις
εφάνηκεν η Τύχη    χωρίζοντάς τους τώρα
πρίς σβύσει τό αίσθημά των   πρίν τούς αλλάξει ο Χρόνος
ο ένας γιά τόν άλλον   θά είναι ως νά μένει πάντα
τών είκοσι τεσσάρων    ετών τ’ ωραίο παιδί.
 
 
 
BEFORE TIME CHANGES THEM
 
 
They were terribly sorry    when they separated.
Neither of them want it;    it was the circumstances.
The need to survive    made one of them
go far away—   to New York
or Canada
.
Their love however    was not the same as before;
their attraction had    gradually diminished,
the attraction had    diminished a lot.
But to separate,    they didn’t want that.
It was the circumstances.—   Or perhaps Destiny
appeared as an artist    separating them now
before their feelings disappeared,   before Time changed them;
for each the other will    remain for ever
that twenty four years    old, handsome young man.
 

Αλέξης Τραϊανός, Παίζοντας με μια φράση που αργεί να τελειώσει

To Koskino

Παίζοντας με μια φράση που αργεί να τελειώσει
Διάθεση
Όμως χωρίς αντανάκλαση
Βράζοντας μόνο μες το βρώμικο χρόνο
του σώματος
Με τη σκόνη όλο και πιο βαθιά μες στα νύχια
Το πρόσωπο ξεφλουδισμένο στις άκρες
Όχι όπως απ’ την τρύπα αυτού του καλοκαιριού
Ο Βιβάλντι που κοιτά και τραγουδά το χειμώνα
Αλλά μ’ αυτό το σκοτεινό φραστικό μάθημα
μες στην τάξη
ο σκισμένο χάρτη
Τον καθηγητή της αράχνης
Το κρέας μακριά απ’ τα κόκκαλα και τα δόντια
Το δωμάτιο να γέρνει στο άπειρο
Το μάτι ολοένα να τρίβεται πάνω στο μαύρο

*Από τη συλλογή ”Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα – cancer poems”, εκδ. Τραμ, 1977.

View original post

Daily Dose of Bhagavad Gita

Be Inspired..!!

Chapter 3: Karma-yoga

TEXT 40

indriyani mano buddhir
asyadhisthanam ucyate
etair vimohayaty esa
jnanam avrtya dehinam

Chapter 3 Verse 40

TRANSLATION

The senses, the mind and the intelligence are the sitting places of this lust, which veils the real knowledge of the living entity and bewilders him.

PURPORT

The enemy has captured different strategic positions in the body of the conditioned soul, and therefore Lord Krsna is giving hints of those places, so that one who wants to conquer the enemy may know where he can be found. Mind is the center of all the activities of the senses, and thus the mind is the reservoir of all ideas of sense gratification; and, as a result, the mind and the senses become the repositories of lust. Next, the intelligence department becomes the capital of such lustful propensities. Intelligence is the immediate next-door neighbor of the spirit soul. Lusty intelligence influences…

View original post 130 more words

Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry 1750-2018

POEM BY TASOS LIVADITIS

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

     Ήταν τη νύχτα που δώσαμε το μεγάλο δείπνο, οι καλεσμένοι
κάθισαν στο τραπέζι σιωπηλοί, όλοι κάτι περίμεναν, κανείς δεν
ήξερε τί, “ίσως μας λυπηθεί ο Θεός” είπε ο οικοδεσπότης βαριά,
κι ήταν αλήθεια, απίστευτο που πέρασε η νύχτα χωρίς να συμβεί
τίποτα.
     Όταν όμως καθώς ξημέρωνε σήκωσαν το τελευταίο ποτήρι,

τα χέρια τους είχαν τις βαριές κινήσεις εκείνων που χωρίς να

το ξέρουν διασταυρώθηκαν στο δρόμο τους με το φριχτό.

ENCOUNTERS

     It was the night we offered the big dinner the guests sat around

the table silently, they all expected something, nobody knew what,

“perhaps God will have mercy on us” the host said heavily and truly

it was unbelievable that the night passed and nothing happened.
     However at dawn when they all raised their last glass their hands

had the tired movement of those who unknowingly on their way had
encountered the abominable.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Δύο ποιήματα

To Koskino

το εκκρεμές

έσπρωξε την καρέκλα
στο κενό
για λίγο την κοίταξε
μετά την έβαλε πίσω
στην αρχική της θέση
δεν κάθισε
έμεινε να κοιτάζει
το εκκρεμές
της ζωής του

*

μια ιδρωμένη αγωνία

μια ανάσα
ταλαντεύτηκε
λοξοδρόμησε
παρ’ ολίγον να χαθεί
από προσώπου γης
προς στιγμήν επανήλθε
μια ιδρωμένη αγωνία
σε κλάσματα δευτερολέπτου

View original post

Daily Dose of Bhagavad Gita

Be Inspired..!!

Chapter 3: Karma-yoga

TEXT 37

sri-bhagavan uvaca
kama esa krodha esa
rajo-guna-samudbhavah
mahasano maha-papma
viddhy enam iha vairinam

Chapter 3 Verse 37

TRANSLATION

The Blessed Lord said: It is lust only, Arjuna, which is born of contact with the material modes of passion and later transformed into wrath, and which is the all-devouring, sinful enemy of this world.

PURPORT

When a living entity comes in contact with the material creation, his eternal love for Krsna is transformed into lust, in association with the mode of passion. Or, in other words, the sense of love of God becomes transformed into lust, as milk in contact with sour tamarind is transformed into yogurt. Then again, when lust is unsatisfied, it turns into wrath; wrath is transformed into illusion, and illusion continues the material existence. Therefore, lust is the greatest enemy of the living entity, and it is lust only which induces the…

View original post 286 more words

Moonlight Sonata by Yannis Ritsos

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books
Moonlight Sonata
Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας.Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
σα στρογγυλά, μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια κι όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου – δεν μπορώ να 
τα ξεκολλήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια –
ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, – σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν,
ν’ ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντές τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και 
βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;
 
This house suffocates me Especially the kitchen which is
like a sea bottom The hanging coffeepots glitter
like round large eyes of exquisite fishes
the plates move slowly like jellyfish
seaweed and shells clutch at my hair – I can’t unstuck
           them any longer
I can’t rise up to the surface again –
the platter falls off my hands soundless – I slump
and see bubbles from my breath rising
           and rising
and I try to have fun watching them
and I wonder what one standing above could say seeing
           these bubbles
perhaps that someone has drown or that a diver explores the sea
floor?

Γεώργιος Σουρής: Ένας νέος Αριστοφάνης

ΕΛΛΑΣ

“Ο Γεώργιος Σουρής γεννήθηκε στη Σύρο το 1852. Όνειρο του πατέρα του ήταν να τον κάνει παπά, αλλά η οικονομική του κατάσταση δεν το επέτρεψε. Έτσι όταν τελείωσε το Γυμνάσιο πήγε στο Ταγκαρόγκ της Ρωσίας για να εργαστεί ως υπάλληλος στο μαγαζί του θείου του, επειδή όμως δεν του ταίριαζε το εμπόριο,  μετά από δύο μήνες επιστρέφει στην Αθήνα κι εργάζεται, ως αντιγραφέας συμβολαίων. Παίρνει μέρος σ’ ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις, ενώ παράλληλα φοιτεί στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου. Δεν κατόρθωσε όμως να πάρει πτυχίο. Για να βγάλει τα προς το ζην παρέδιδε μαθήματα και δημοσιογραφούσε στα περιοδικά της εποχής Ραμπαγά, Ασμοδαίο, Άστυ και Μη χάνεσαι.

View original post 1,424 more words

Μάτση Χατζηλαζάρου, Άσμα

To Koskino

Άσμα
Σήμερα νομίζω
τελευταία φορά
θα σε τραγουδήσω γιατί
εσύ είσαι
ο οίστρος και ο σφυγμός και η βραχνή φωνή του έρωτα που κρατιέται άλλοτε ψηλά και
άλλοτε βαθιά σε χορδές
έξω από κάθε γραφή γιατί
ένα Ζήτω με ψηφία
και λίγες πούλιες
μαύρες ή τριανταφυλλιές
μες στο χρώμα της αρένας
δε σπαρταράνε βέβαια όπως
η δράση
η σάρκα
που είσαι
όταν μου μαθαίνεις την ξένη πόλη
Κατάκαρδα
είπα τι χρειάζεται
και λέω δεν πειράζει
δεν πειράζει πετάμε όλα τα λόγια
όπως να ’ναι
η αγάπη
ξεντύνει τα κορμιά
εσύ μ’ ανοίγεις παράθυρο
με κλείνεις
με στολίζεις φυτά
και τα περιποιέσαι
με μυρίζεις
με διψάς
με κρατάς
Ξαφνικά
με λύνεις
και γελάω ακόμα ακόμα
πάμε ερχόμαστε μες στα κρύα και τις ζέστες και τις σκόνες που
μετά λασπώνουνε κι έχουνε για νήμα τα φύλλα του φθινόπωρου
άνοιξη αντικριστήκαμε τότες που ζητούσα να πεθάνω
γνωρίσαμε από κείνη την ημέρα
χρόνους και…

View original post 266 more words

Tasos Livaditis-Poems, Volume II

Tasos Livaditis-Poems, Volume II
Night Visitor 1972
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΤΟΛΗ
 
     Ερχόταν μες στη νύχτα ο θρήνος απ’ τ’ άδεια ποτήρια των
αλκοολικών, αισχρές επιθυμίες με λιάνιζαν στο πλυσταριό, μα
έφτανε ο ίσκιος μις αράχνης για ν’ ανοίξει στον τοίχο ουράνιες
μελωδίες, έστεκα όρθιος στα σκαλοπάτια, έτρεχα να τους πα-
ραγγείλω καφέ, γι αυτό κι εκείνοι δεν κοίταζαν τον ουρανό, να μη
με δουν να κάθομαι στα δεξιά Του., μόνο η γριά έβαζε λιβάνι
στο θυμιατό και σκαρφαλωμένη στον καπνό κοιμόταν μαζί μου.
     Ήταν αστροφεγγιά και τα παιδιά περίμεναν να μιλήσουνε τα
ζώα, εγώ στη μέση των χωραφιών, τόσο λυπημένος που θα μπορού-
σε να περάσει από μέσα μου ένα κοπάδι πουλιά, τρώγοντας όλη την
καρβουνόσκονη στους ερημους σταθμούς με τους ξεχασμένους, βγή-
κα στην αγορά και δεν είχα τίποτα να πουλήσω, και πούλησα τις
εξομολογήσεις μου στο έλεος των αυριανών ημερών.
     Όταν πια κάθισα να ξεκουραστώ ήταν ργά για όλα, ο άνεμος
έφερνε τις καμπάνες, η μέρα ξαναγύριζε, κι όμως εμένα μ’ είχαν
διώξει, εγώ που για μια νύχτα έγινα γυναίκα κι έβγαλα μαστούς,
για να θηλάσω ,ε΄σα στα χωράφια έναν παλιοζητιάνο που ψυχορρα-
γούσε και ζητούσε τη μητέρα του.
      Εκείνη τη νύχτα άδεισα τόσο, που όταν μου πέταξαν το μα-
χαίρι δε βρήκα πού να καρφωθεί.
 
Last Command
 
 
     Each night lament was coming from the empty
glasses of the alcoholics, dirty desires harassed me
in the laundry room however a shadow of a spider
was enough to open heavenly melodies on the wall;
I stood by the stairs, I ran to order their coffees,
for this they never looked at the sky to see me
sitting to His right; only the old woman put incense
in the censer and climbing on the smoke she slept
with me.
      It was a star flooded night and children waited
for words from the animals while I, in the middle
of the fields, so sad that a flock of birds could fly
through my body, taking all the coal-dust of
the deserted stations with the forgotten people,
went out to the marketplace and having nothing
else to sell I sold my confessions for the blessing
of my future days. 
      When I finally sat to rest it was very late,
the wind brought bells, the day returned and
I was expelled, I who one night in the fields
grew breasts to feed an old beggar who was
begging for his mother in his last moments.
      That night I emptied so much that when
they threw the knife against me it didn’t have
any flesh to pierce.