Ithaca Poems # 596

Looking for Space


Suddenly he got up
And switched off the lights
Saying “This room is bigger in the dark
As we cannot see the walls”

I switched on the light again
Saying “This light is actually the space
And we are often imprisoned
by walls that we cannot see”.

ΧΩΡΟΣ

Ξάφνου σηκώθηκε

κι έσβησε το φως.

Είπε

‘το δωμάτιο γίνεται μεγαλύτερο στα σκοτεινά’

Άναψα πάλι το φως.

Είπα

‘Το φως είναι ο χώρος

και συχνά νιώθουμε φυλακισμένοι

από τοίχους που δεν βλέπουμε.’

Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by Manolis Aligizakis

                                    Zurinah Hassan, Malaysia

George Seferis-Collected Poems

ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΣ

… Σαλαμίνα τε
τὰς νῦν ματρόπολις τῶνδ᾿
αἰτία στεναγμῶν.

~ΠΕΡΣΑΙ

Κάποτε ο ήλιος του μεσημεριού, κάποτε φούχτες η ψιλὴ
   βροχὴ
και τ᾿ ακρογιάλι γεμάτο Θρύψαλα παλιὰ πιθάρια.
Ασήμαντες οι κολόνες- μονάχα ο Άγιος Επιφάνιος
δείχνοντας μουντά, χωνεμένη τη δύναμη της πολύχρυσης
   αυτοκρατορίας.

Τα νέα κορμιὰ περάσαν απ᾿ εδώ, τα ερωτεμένα-
παλμοὶ στους κόλπους, ρόδινα κοχύλια και τα σφυρὰ
τρέχοντας άφοβα πάνω στο νερὸ
κι αγκάλες ανοιχτὲς για το ζευγάρωμα του πόθου.
Κύριος επὶ υδάτων πολλών,
πάνω σ᾿ αυτὸ το πέρασμα.

Τότες άκουσα βήματα στα χαλίκια.
Δεν είδα πρόσωπα- σα γύρισα είχαν φύγει.
Όμως βαριὰ η φωνὴ σαν το περπάτημα καματερού,
έμεινε εκεί στις φλέβες  τ᾿ ουρανού  στο κύλισμα  της
   θάλασσας
μέσα στα βότσαλα πάλι και πάλι:

«Η γης δεν έχει κρικέλια
για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν
μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι
να γλυκάνουν το πέλαγο με νερὸ μισὸ δράμι.
Και τούτα τα κορμιὰ
πλασμένα απὸ ένα χώμα που δεν ξέρουν,
έχουν ψυχές.
Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν,
δε θα μπορέσουν- μόνο θα τις ξεκάμουν
αν ξεγίνουνται οι ψυχές.
Δεν αργεί να καρπίσει τ᾿ αστάχυ
δε χρειάζεται μακρὺ καιρὸ
για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι,
δε χρειάζεται μακρὺ καιρὸ
το κακὸ για να σηκώσει το κεφάλι,
κι ο άρρωστος νους που αδειάζει
δε χρειάζεται μακρὺ καιρὸ
για να γεμίσει με την τρέλα,
νήσος τις έστι… «.Φίλοι του άλλου πολέμου,
σ᾿ αυτὴ την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιὰ
σας συλλογίζομαι καθὼς γυρίζει η μέρα –
Εκείνοι που έπεσαν πολεμώντας κι εκείνοι που
    έπεσαν χρόνια μετὰ τη μάχη-
εκείνοι που είδαν την αυγὴ μες απ᾿ την πάχνη
    του Θανάτου
ή, μες στην άγρια μοναξιὰ κάτω απὸ τ᾿ άστρα,
νιώσανε πάνω τους μαβιὰ μεγάλα
τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής-
κι ακόμη εκείνοι που προσεύχουνταν
όταν το φλογισμένο ατσάλι πριόνιζε τα καράβια:
«Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε
πώς έγινε τούτο το φονικὸ-
την αρπαγὴ το δόλο την ιδιοτέλεια,
το στέγνωμα της αγάπης-
Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε… ».

-Τώρα καλύτερα να λησμονήσουμε πάνω σε τούτα τα
      χαλίκια-
  δε φελά να μιλάμε-
  τη γνώμη των δυνατών ποιὸς θα μπορέσει να τη γυρίσει;
  ποιὸς θα μπορέσει ν᾿ ακουστεί;
  Καθένας χωριστὰ ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνὰ
     των άλλων.

-Ναι- όμως ο μαντατοφόρος τρέχει
 κι όσο μακρὺς κι αν είναι ο δρόμος του, θα φέρει
 σ᾿ αυτοὺς που γύρευαν ν᾿ αλυσοδέσουν τον Ελλήσποντο
 το φοβερὸ μήνυμα της Σαλαμίνας.

 Φωνὴ Κυρίου επὶ των υδάτων.
 Νῆσος τίς ἐστι.

Σαλαμίνα, Κύπρoς, Νοέμβρης ῾53

SALAMIS IN CYPRUS

…and Salamis

whose metropolis today is

the cause of all our grief

• AESCHYLUS, THE PERSIANS

Sometimes the mid-day sun, sometimes handfuls

             of light rain

and the shore filled with fragments of ancient storage jars.

The columns insignificant; only the Saint Epiphanios church

vaguely reveals the vanished might of the golden

             Empire.

Young bodies of lovers have passed by here;

throbbing breasts, rosy conches and the feet

skimming the water without fear

and open embraces for the erotic coupling.

The Lord over many waters,

             over this crossing.

Then I heard footsteps on the pebbles.

I didn’t see any faces; when I turned they were gone.

However the heavy voice, like the tread of a bull

remained there in the sky’s veins, in the sea’s

              roll

among the pebbles, again and again.

‘The earth has no handles

that they can take it on their shoulders and leave

nor can they, no matter how thirsty,

sweeten the sea with half a gram of water.

             And these bodies

formed of soil they don’t know

             have souls.

They gather tools to change them,

but they won’t be able to; they can only unmake them

              if souls can be unmade.

The wheat doesn’t take too long to ripen

              it doesn’t take much time

for the yeast of bitterness to rise,

it doesn’t take much time

for the evil to raise its head,

and the sick mind that empties

doesn’t take much time

to fill with madness,

there is an island…’

Friends of the other war,

on this desolate cloudy shore

I think of you as the day turns—

Those who fell fighting and those who died

             years after the battle;

those who saw dawn through the mist

             of death

or, in the wild solitude under the stars,

felt on them the purple huge eyes

              of total disaster;

and even those who prayed

when the flaming steel sawed the ships.

‘Lord, help us remember

why this slaughter took place;

the greed, the dishonesty, the selfishness

               the drying of love;

Lord, help us uproot them…’

Now, on these pebbles, we better forget all this;

               talking of it doesn’t help;

who can change the mind of the mighty?

                Who can be heard?

Each dreams separately and doesn’t listen to the other’s

                Nightmare.

Yes; but the messenger runs

and no matter how long his journey, he’ll bring

to those who tried to chain the Hellespont

the terrible message from Salamis.

Voice of the Lord over waters.

There is an island.

                               Salamis, Cyprus, Nov `53

Σταύρος Βαβούρης, Δύο ποιήματα

To Koskino

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΑ ΡΙΖΙΚΑ ΜΑΣ

Ο χλωμός προπάππους μου του κάδρου
λεν οι συγγενείς πως πέθανε τρελός.
Ήταν γιατρός και γεωμέτρης.
Το μόνο που δεν μπόρεσε να κλείσει σε τετράγωνα
ήτανε το χάος της καρδιάς του·
το μόνο που δε γιάτρεψε:
η νοσταλγία μιας ανύπαρκτης χαράς.

Τέλος, παντρεύτηκε για νʼ αντιδράσει
κι έκανε και παιδιά.
Ούτε κι αυτά τον κάναν όμως πάλι να πιστέψει
πως ένα κι ένα κάνουν δύο.

Πέθανε νέος.
Τον τελευταίο του καιρό
κλεινότανε στο πιο βαθύ υπόγειο του σπιτιού.
Έλεγε λόγια τρελά
που απέλπιζαν για το μυαλό του τους δικούς του.

Λόγου χάριν, όταν του λέγανε να βγει
έλεγε
ότι η πνοή που ʼφερνε η θάλασσα στον κήπο
τον ξερίζωνε,
παραπονιότανε
πως δεν ευρέθηκε σοφός
να κάνει το κορμί φτερό
και κούναγε μʼ αδυναμία το κεφάλι
όταν του τονίζανε πως έπρεπε να γίνει πιο δραστήριος
για τα παιδιά του.

Ο προπάππους μου δεν πέθανε τρελός.
Μόνο…

View original post 206 more words

Σταύρος Ζαφειρίου: Επί της ουσίας (9)

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Επί της ουσίας (9)

Έτσι συγχέοντας τα διαδικαστικά,
νομίζεις πως προβάλλονται σε οθόνες τα ιδεώδη
και ως διά μαγείας
ακυρώνεται στην πράξη το διακύβευμα.

[Σκοπίμως σου επιτρέπουν να φαντάζεσαι∙ να θεωρείς τη θέαση ως σταδιοδρομία σ’ ένα επάγγελμα όπου το ύφος παριστάνει την υπόσταση και το στομάχι της μορφής χωνεύει εύκολα το βάρος των κανόνων. Αυτός δεν είναι, ωστόσο, λόγος να επαφίεσαι στο γεγονός ότι τα όξινα υγρά θα κάνουν όπως πρέπει τη δουλειά τους.]

Ακόμη και η εκχώρηση του δικαιώματός σου
στη χρήση της επιλογής
ανάμεσα στο έναστρο και τη βεβήλωσή του
δεν σε απαλλάσσει απ’ τον βραχνά της εμπειρίας.

Κι επιπροσθέτως, γίνεται πια παραδοχή:
Ό,τι μπορούν οι άγγελοι
είναι εξίσου δυνατόν και για το πανδαιμόνιο.
(Άλλωστε και ο διάβολος
ανήκει στο οικοσύστημα του ίδιου παραδείσου.)

Motti στην αρχή του βιβλίου:
Το πρόβλημα με τον Άιχμαν ήταν ότι υπήρχαν πολλοί σαν κι αυτόν, και οι περισσότεροί τους δεν…

View original post 210 more words