Αργύρης Μαρνέρος, Μέτρα λιτότητας

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

[Ενότητα Είσοδος κινδύνου (1975-1980)]

Μέτρα λιτότητας

Καθώς περνούσαν
Τα καινούρια μας
Βαρέα όπλα
Ούτε ένα χειροκρότημα
Ακούστηκε
Πιστοί οι πολίτες
Στα μέτρα λιτότητας
Δεν είχαν τη δύναμη
Ούτε τα χέρια να χτυπήσουν.

Από την ποιητική τριλογία (1972-1980) Χειροκροτήστε (1980) του Αργύρη Μαρνέρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αργύρης Μαρνέρος

View original post

Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry 1750-2018

Poem by Tasos Livaditis

ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ

Τα πουλιά φεύγουν το φθινόπωρο πηγαίνοντας να διεκπεραιώσουν

      μυστηριώδεις υποθέσεις — την άνοιξη θα μάθουμε τα νέα

τ’ απογέματα οι φωνές των παιδιών που παίζουν μοιάζουν μ’ ένα

      παραμύθι που δε μας το τέλειωσαν και γυρίζει και μας ανα-

      ζητά

ή όταν ακούω ένα φλάουτο να παίζει το βράδυ συλλογιέμαι πως

      όλα θα τελειώσουν κάποτε.

Καμμιά φορά βρέχει και κάθομαι σ’ ένα καφενείο, οι άνθρωποι όσο

      γερνάνε γίνονται πιο ξένοι

κι είδα κάποιους απελπισμένους να περιμένουν στους σιδηροδρομι-

     κούς σταθμούς, όχι για το ταξίδι, αλλά για τ’ όνειρο

ενώ οι στάλλες της βροχής γράφουν μια μεγάλη επιστολή στα τζά-

      μια. Ποιος την στέλνει; Τί γράφει; Θ’ απαντήσεις;

CORRESPONDENCE

In the autumn the birds migrate to go and deal with mysterious

        affairs; in the spring we’ll hear the news;

the voices of children playing in the afternoon resemble an

        unfinished fairy tale which returns looking for us

or when I hear the song of a flute at night I think that everything

        will someday end.

Sometimes, when it rains, I sit in the coffee shop; people become

        more secluded as they grow old;

once I saw some desperate people who waited at the train station

        not for a voyage but for a dream

while the rain drops wrote a great letter on the window panes. Who

       has sent it? What is in it? Will you answer?

Αργύρης Μαρνέρος, Ηδονικά

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

[Ενότητα Είσοδος κινδύνου (1975-1980)]

Ηδονικά

Καθισμένη η Δημοκρατία
Πάνω σε τριακόσια σκαμνιά
Πίνοντας τριακόσιους καφέδες
Και άλλα τόσα τσιγάρα
Ξύνει τον κώλο της ηδονικά
Με τρεις χιλιάδες νύχια.

Από την ποιητική τριλογία (1972-1980) Χειροκροτήστε (1980) του Αργύρη Μαρνέρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αργύρης Μαρνέρος

View original post

Θεσσαλονίκη: Μια άγνωστη αρχαία πόλη στα έγκατα του Μετρό στην Πυλαία

ΕΛΛΑΣ

Το προκασσάνδρειο πόλισμα του 4ου π.Χ. αιώνα ήταν ένας ακμαίος οικισμός ως τον 3ο π.Χ. αιώνα, οργανωμένος με το ιπποδάμειο πολεοδομικό σύστημα.


View original post 1,036 more words

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III
AJAX
 

Θέλω να δω πάνω απ’ τις ράχες τούτων των σφαγμένων ζώων. «Ένα δέντρο», λέω·
«ένα δέντρο», αποκρίνομαι. Αυτό. Τίποτ’ άλλο. Χάνεται το δέντρο. Δεν ήταν.
Ακόμη και το σώμα μου, απαράδεχτο, να μην το αγγίξω —
μια σιχασιά — ξένο, άγνωστο· μια οσμή τραγίσια· — τί ’ναι τ’ ανθρώπινο σώμα;
Οι πόροι, τρύπες τρύπες, κοιτώντας κατά μέσα σ’ ένα γλιτζερό σκοτάδι·
το τρίχωμα τραχύ, σάμπως καμένα σκοίνα· πίσω απ’ τα σκοίνα
σαπίζει ένα μεγάλο αγνώριστο ψοφίμι με γερά σαγόνια,
γυμνά σαγόνια, ξασπρισμένα κιόλας, δυνατά σφιγμένα
σε μορφασμό γενικής δυσφορίας κι αστείας απειλής. Κι αυτό το σφίξιμο
των άσπρων σαγονιών με τα πελώρια δόντια, είναι το μόνο
σημάδι περηφάνιας και τιμής, σε τούτον τον ακόκαλο χαλαρό κόσμο.

Τί να τις κάνεις πια τις δόξες, τα έπαθλα, τα εγκώμια. Τίποτα δεν είναι.
Τίποτα κι η αποτυχία κι η χλεύη. Χάνονται κι αυτά μαζί μας.
Δε ζήτησα ποτέ μου σκλάβους, θαυμαστές, υποτελείς. Μόνο έναν άντρα θέλω
σαν ίσος με ίσο να τα πούμε· — πού ’ναι τος; Μονάχα ο θάνατός μας
είναι του καθενός μας ο ίσος. Όλα τ’ άλλα πρόχειρη λάμψη,
συμβιβασμοί, προσχήματα, εθελοτυφλίες.
 
 
I want to see over the backs of these slaughtered animals:
a tree, I say, a tree, I answer. This, nothing else. The tree
vanishes. It wasn’t there. Even my body is unacceptable,
I don’t want to touch it, it’s just nauseating, foreign,
unfamiliar a smell of he-goat. What’s the human body?
The pores, holes upon holes, looking at the slimy darkness
inside; thick hairs, as if burnt up bulrush and behind them,
the big unfamiliar beast with the strong jaws rots away,
naked jaws, already all white, strong, clenched in a grimace
of general dysphoria and scolding threat. And that tightening
of the white jaws with the huge teeth is the only sign of
pride and honor in this boneless, flaccid world.
 
Of what use are all the glory, the awards, and praise?
They’re nothing, same as failure and scolding, they all
vanish along with us. I never asked for any slaves,
admirers, vassals. I only want a man to talk as an equal
to equal; but where is one? Only death is the same
for everyone. Everything else is a fleeting spark,
compromises, excuses, self-blinding.
 

Αργύρης Μαρνέρος: Εγώ όμως…

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

[Ενότητα Είσοδος κινδύνου (1975-1980)]

Εγώ όμως…

Ήταν σε κάποιο βιβλίο γραμμένο
Σε μια αρχαία πόλη τ’ αγάλματα ίδρωναν
Κι ο κόσμος έτρεχε για εξευμενισμούς
Οι δε ιερείς κάναν θυσίες στον Δία
Κρατώντας πάντα τη σπάλα στο μερτικό τους
Σε κάποια εφημερίδα το διάβασα προχθές
Κάπου σε μια πόλη έκλαιγε μια Παναγιά
Κι ο κόσμος έτρεχε ν’ ανάψει τα κεριά του
Και οι παπάδες στήναν στην αυλή παγκάρια
Εγώ όμως σε τι έφταιξα για να με κοροϊδεύουν.

Από την ποιητική τριλογία (1972-1980) Χειροκροτήστε (1980) του Αργύρη Μαρνέρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αργύρης Μαρνέρος

View original post

Η φυλακή του Σωκράτη: Η σπηλιά στο κέντρο της Αθήνας

ΕΛΛΑΣ

Πού βρίσκεται – Ιστορίες από το κέντρο της πρωτεύουσας

Υπάρχουν πολλά μέρη στην Αθήνα και γενικά στην Αττική που πιθανόν δεν γνωρίζεις ότι υπάρχουν ή απλώς τα έχεις ακούσει αλλά δεν τα έχεις επισκεφθεί και δεν τα έχεις δει ποτέ από κοντά. Ένα από αυτά πιθανόν είναι η σπηλιά της Αθήνας την οποία συνηθίζουν να αποκαλούν και φυλακή του Σωκράτη. Ακόμη και αν έχει αμφισβητηθεί και από πολλούς αποκλειστεί ότι αυτή η σπηλιά ήταν η πραγματική φυλακή που βρέθηκε ο Σωκράτης, παρ’ όλα αυτά έχει επικρατήσει αυτό το όνομα. Πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα αρχαίο κτήριο το οποίο βρίσκεται στον Λόφο Φιλοπάππου στην Αθήνα και έχει τη δική του ενδιαφέρουσα ιστορία. Και είναι ωραίο να εξερευνούμε τα ιδιαίτερα και άγνωστα μέρη της Αττικής.


View original post 447 more words

Εθνική Λυρική Σκηνή: Το «Πνευματικό Εμβατήριο» του Άγγελου Σικελιανού και τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη

ΕΛΛΑΣ

Συνεχίζοντας η Εθνική Λυρική Σκηνή για δεύτερη χρονιά το αφιέρωμα στον διεθνώς αναγνωρισμένο Έλληνα συνθέτη, παρουσιάζει -στο πρώτο μέρος- το ορατόριό του Πνευματικό Εμβατήριο σε ποίηση Άγγελου Σικελιανού, καθώς και γνωστά και αγαπημένα τραγούδια του σε ποίηση επίσης μεγάλων Ελλήνων ποιητών, στο δεύτερο μέρος.


View original post 347 more words

Neo-Hellene Poets an Anthology of Modern Greek poetry 1750-2018

POEM BY TASOS LIVADITIS

ΩΡΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ

Είμαστε αιχμάλωτοι του ανεξήγητου και του αιώνια χαμένου

κι η τύψη είναι ο μόνος τρόπος να ξαναγυρίσουμε στην παιδική

      αγνότητα —

ώ παλιέ φίλε που έφυγες, ξέρω ότι θα σε συναντήσω σε κάποιο

      όνειρο ή άξαφνα στο δρόμο όταν όλα θα ` χουν χαθεί,

γυναίκες που αγαπήσαμε ενώ έξω απ’ τα παράθυρα δυνάμωνε

      η βροχή

κι ύστερα πιασμένοι απ’ το χέρι περάσαμε τη γέφυρα, με τα μαλ-

      λιά σας βρεγμένα να λαμπυρίζουν στο ηλιοβασίλεμα —

ποιος θα το πίστευε αλήθεια πως υπήρξε ένας καιρός που δίναμε

      τη ζωή μας

μ’ εκείνον τον αδιάκοπο πυρετό σαν τ’ άρρωστα παιδιά που όταν

      αναρρώσουν δεν τους χωράνε τα παιδικά τους ρούχα

και στο σχολειό τα κοροιδεύουν — και γεμίζουν τα τετράδιά τους

      με ποιήματα

για να μη χαθούν. Κι ύστερα έρχεται η ενηλικίωση σαν ένα ναυά-

      γιο.

Ώ λυκόφως, δίκαιη ώρα, που και στα πιο ταπεινά πράγματα

δίνεις μια σημασία πριν έρθει η νύχτα.

TWILIGHT

We are captives of the inexplicable and of the forever lost

and remorse is the only way to return to the innocence

       of youth;

oh, my old departed friend, I know I’ll meet you again in

       a dream or suddenly in the street when all is lost;

women who we loved, while outside the windows the rain

       intensified

then holding hands we passed the bridge, your wet hair

       shone in the sundown;

who could believe it, really, that it was a time when we could

       even give our lives

with that unstoppable fever like the sick children who

       when they get well they don’t fit in their childhood cloths

and they are mocked in school, and they fill their

       notebooks with poems

so that they won’t be lost. And then adulthood comes like

      a shipwreck.

Oh, twilight, hour of justice, you pay attention to the most

humble things before nightfall.

Ubermensch, by Manolis Aligizakis

Επίπτωση
 
     Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε
ο Θεός μας. Τον θάψαμε χθές το απόγευμα χωρίς
τραγούδια ή παιάνες, δίχως κλαυθμούς και μοιρολόγια
κι ανάλαφροι ενιώσαμε, τίποτα πιο πολύ δεν μας
γαργάλαγε παρά το ύφος της μουντής μέρας ενώ ο φόβος,
θα `λεγα, βαθιά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.
Στην σκοτεινή αίθουσα του γραφείου κηδειών κουμάντο
έκανε η θλίψη κι έξω απ’ την πόρτα οι ζητιάνοι απλώνανε
το χέρι και ζητούσαν αυτό που δεν θα τους δίναμε,
ευπρέπεια του φιδιού που δίχως δόντια εμφανίστηκε,
κι η μαγνόλια που άνθισε μενεξελιά μπουμπούκια πάνω
στο νυφικό κρεβάτι κι εμείς μες τη φωλιά του αετού
γεμίσαμε κουράγιο το δισκοπότηρο μας και το τοξεύσαμε
στα τέσσερα της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ
συστήματος θύματα να μην πέσουμε.
 
Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.
Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.
 
 Ευοί, ώ, λεύτερα στοιχεία, ευοί.
 
Πολλαπλασιαστείτε και κατακτήσετε τη γη
κάποιος εφώναξε. Κι ήταν σωστό.
 
Impact
 
 
And since the new reality was upon us we truly
accepted it: our God was dead. Buried him yesterday
afternoon with no songs, no paeans, nor lamentations
and we felt a lot lighter. Nothing was as ticklish as
the mood of the somber day while fear, I’d say, was
hidden deep in our hearts. Sorrow reigned in the black
funeral home while beggars, outside, stretched their
hands asking for what we couldn’t spare: decency
of the new serpent who appeared without fangs,
feverish magnolia bloomed its purple flowers over
our nuptial bed and in an eyrie we filled our chalice
with courage and shipped it to the four corners of
the universe and promised never to be trapped again
in the idiocy of a system.
 
The Andean condor we declared heir of the flesh
the wind and the rain we proclaimed our catharsis
 
evoe, oh, free elements, evoe
 
multiply and conquer the earth someone said and
it was good