Neo-Hellene Poets an Anthology of Modern Greek poetry 1750-2018

POEM BY TASOS LIVADITIS

ΩΡΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ

Είμαστε αιχμάλωτοι του ανεξήγητου και του αιώνια χαμένου

κι η τύψη είναι ο μόνος τρόπος να ξαναγυρίσουμε στην παιδική

      αγνότητα —

ώ παλιέ φίλε που έφυγες, ξέρω ότι θα σε συναντήσω σε κάποιο

      όνειρο ή άξαφνα στο δρόμο όταν όλα θα ` χουν χαθεί,

γυναίκες που αγαπήσαμε ενώ έξω απ’ τα παράθυρα δυνάμωνε

      η βροχή

κι ύστερα πιασμένοι απ’ το χέρι περάσαμε τη γέφυρα, με τα μαλ-

      λιά σας βρεγμένα να λαμπυρίζουν στο ηλιοβασίλεμα —

ποιος θα το πίστευε αλήθεια πως υπήρξε ένας καιρός που δίναμε

      τη ζωή μας

μ’ εκείνον τον αδιάκοπο πυρετό σαν τ’ άρρωστα παιδιά που όταν

      αναρρώσουν δεν τους χωράνε τα παιδικά τους ρούχα

και στο σχολειό τα κοροιδεύουν — και γεμίζουν τα τετράδιά τους

      με ποιήματα

για να μη χαθούν. Κι ύστερα έρχεται η ενηλικίωση σαν ένα ναυά-

      γιο.

Ώ λυκόφως, δίκαιη ώρα, που και στα πιο ταπεινά πράγματα

δίνεις μια σημασία πριν έρθει η νύχτα.

TWILIGHT

We are captives of the inexplicable and of the forever lost

and remorse is the only way to return to the innocence

       of youth;

oh, my old departed friend, I know I’ll meet you again in

       a dream or suddenly in the street when all is lost;

women who we loved, while outside the windows the rain

       intensified

then holding hands we passed the bridge, your wet hair

       shone in the sundown;

who could believe it, really, that it was a time when we could

       even give our lives

with that unstoppable fever like the sick children who

       when they get well they don’t fit in their childhood cloths

and they are mocked in school, and they fill their

       notebooks with poems

so that they won’t be lost. And then adulthood comes like

      a shipwreck.

Oh, twilight, hour of justice, you pay attention to the most

humble things before nightfall.

Ubermensch, by Manolis Aligizakis

Επίπτωση
 
     Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε
ο Θεός μας. Τον θάψαμε χθές το απόγευμα χωρίς
τραγούδια ή παιάνες, δίχως κλαυθμούς και μοιρολόγια
κι ανάλαφροι ενιώσαμε, τίποτα πιο πολύ δεν μας
γαργάλαγε παρά το ύφος της μουντής μέρας ενώ ο φόβος,
θα `λεγα, βαθιά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.
Στην σκοτεινή αίθουσα του γραφείου κηδειών κουμάντο
έκανε η θλίψη κι έξω απ’ την πόρτα οι ζητιάνοι απλώνανε
το χέρι και ζητούσαν αυτό που δεν θα τους δίναμε,
ευπρέπεια του φιδιού που δίχως δόντια εμφανίστηκε,
κι η μαγνόλια που άνθισε μενεξελιά μπουμπούκια πάνω
στο νυφικό κρεβάτι κι εμείς μες τη φωλιά του αετού
γεμίσαμε κουράγιο το δισκοπότηρο μας και το τοξεύσαμε
στα τέσσερα της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ
συστήματος θύματα να μην πέσουμε.
 
Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.
Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.
 
 Ευοί, ώ, λεύτερα στοιχεία, ευοί.
 
Πολλαπλασιαστείτε και κατακτήσετε τη γη
κάποιος εφώναξε. Κι ήταν σωστό.
 
Impact
 
 
And since the new reality was upon us we truly
accepted it: our God was dead. Buried him yesterday
afternoon with no songs, no paeans, nor lamentations
and we felt a lot lighter. Nothing was as ticklish as
the mood of the somber day while fear, I’d say, was
hidden deep in our hearts. Sorrow reigned in the black
funeral home while beggars, outside, stretched their
hands asking for what we couldn’t spare: decency
of the new serpent who appeared without fangs,
feverish magnolia bloomed its purple flowers over
our nuptial bed and in an eyrie we filled our chalice
with courage and shipped it to the four corners of
the universe and promised never to be trapped again
in the idiocy of a system.
 
The Andean condor we declared heir of the flesh
the wind and the rain we proclaimed our catharsis
 
evoe, oh, free elements, evoe
 
multiply and conquer the earth someone said and
it was good
 

Τάκης Σινόπουλος (1917 – 1981), Έξι ποιήματα

To Koskino

Εσύ και το ποίημα

Έρχεσαι και ξανάρχεσαι σ’ αυτή την αίθουσα
τόσο γυμνή που σε κοιτάζουν όλοι
Βασανίζεις τα καθίσματα
σα να βασανίζεις τον ένοχο
Σου λέω να πνίξεις μέσα σου αυτά τα άγρια πουλιά
μα εσύ τα λευτερώνεις.
Γίνεσαι μαύρη από τη λύπη σου
κι έρχεσαι εδώ.
Από καιρό έρχεσαι και ξανάρχεσαι.
Τα γόνατά σου αστράφτουν μέσα στην αίθουσα.
Σου πλένω με τα δάκρυά μου
τα χέρια και τις μασχάλες.
Σου πλένω τα πόδια ως τα βουνά.
Σου χαρίζω την πιο ζεστή μου φωνή για να ντυθείς.
Μα εσύ φεύγεις
όπως ήρθες
γυμνή
για να υπάρχει πάντα ένα Ποίημα
να λέει για σένα
Συλλογή: Η νύχτα και η αντίστιξη, Συλλογή Ι,1951-1964,Εκδ.Ερμής 1990
Περί προσώπου
Τι σκέφτεσαι;
Τι σκάβεις συνέχεια το πρόσωπό σου στον καθρέφτη;
όπως η μέρα φεύγει ή κάποτε
στη μνήμη ακούς τον ήχο των παρωχημένων.
Τόσα χρόνια περπατάς, ονειρεύεσαι στο ίδιο κορμί.
Στο ίδιο σκοτάδι τη νύχτα…

View original post 739 more words

Αργύρης Μαρνέρος, Το ξυπνητήρι

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Το ξυπνητήρι

Τη νύχτα
Όταν έπεσε να κοιμηθεί
Ξέχασε να κουρντίσει
Το ξυπνητήρι
Δεν ξύπνησε
Ποτέ

Από τη συλλογή Ο υπόνομος (1976) του Αργύρη Μαρνέρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αργύρης Μαρνέρος

View original post