Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III

(Ήσυχο απομεσήμερο στα τέλη του καλοκαιριού. Λιακάδα. Αραιά σύννεφα. Κάτι σαν πρώτη πνοή φθινοπώρου. Μια νεαρή δημοσιογράφος, σταλμένη από ’να μεγάλο συγκρότημα εφημερίδων, ανηφορίζει τον αρχαίο, μυθικό λόφο, περνάει τα αφρούρητα τώρα προπύλαια, ανεβαίνει τα πέτρινα σκαλιά και χτυπάει το ρόπτρο του μισοερειπωμένου αρχοντικού. Στην παλάμη της ένιωσε τη ζέστη του μετάλλου. Η ίδια η γηραιή Δέσποινα κατέβηκε να της ανοίξει. Την οδήγησε σ’ ένα μεγάλο σαλόνι που μύριζε σκόνη, μαραμένα τριαντάφυλλα, μουχλιασμένο βελούδο και μετάξι. Η νέα της μιλάει με πολύ σεβασμό. Της εξηγεί το σκοπό της επίσκεψής της, — κάποια συνέντευξη, λέει. Κάτι είπε ακόμα για την “καθάρια, σιωπηλή, μοναχική της ελευθερία”. Η Δέσποινα, φανερά συγκινημένη, μ’ ένα παιδιάστικο ρόδισμα ρυτιδωμένο πρόσωπό της, στριφογυρίζει με τον αντίχειρα και τον μεσαίο του δεξιού χεριού, ένα παράξενο δαχτυλίδι που φοράει στον παράμεσο του αριστερού. Την ακούει μ’ ευγενική προσοχή, όπου μόλις διαφαίνεται κάποια αφαίρεση, κάποια αμηχανία και κάποια αόριστη προετοιμασία. Σιωπή. Τα σκονισμένα κρύσταλλα του πολυελαίου αστράφτουν πότε πότε. Έξω, στον κήπο, ακούστηκε ήμερη η φωνή του γερο-κηπουρού, — ίσως μιλούσε μ’ ένα πουλί, μ’ ένα σκυλί ή μ’ ένα λουλούδι. Αμέσως ύστερα ακούστηκαν τα τζιτζίκια σε άξαφνη παραφορά. Τότε, η γηραιή Δέσποινα, σαν ενθαρρυμένη και προστατευμένη απ’ αυτόν τον συγκεχυμένο θόρυβο, άρχισε να μιλάει σ’ έναν τόνο μετρημένο που, ωστόσο, δεν καλύπτει κάποια απόχρωση μακρινής, ανεξήγητης ευδαιμονίας. Ένα πουλί στάθηκε στο περβάζι του παράθυρου. Συγκατάνευσε. Έφυγε).

Quiet afternoon, end of summer, sunshine, a few clouds,
something like the first blow of autumnal wind. A young
reporter, sent by a big group of newspapers climbed up
the ancient mythical hill, passed the unguarded Gates,
walks up the stone steps and knocked the doorbell of the half
tumbled stately house. She felt the heat of the metal in her
hand. The old Lady of the house descended the stairway
to open herself. She took her to the big living room which
smelled of dust, wilted roses, moldy velvet and silk.
The young reporter talks to her with respect; she explains
the reason of her visit: an interview, she says. She also
mentions the Lady’s crystal clear, silent, lonely freedom.
The Maiden, obviously touched, with a childish blush on
her wrinkled face, using her thumb and middle fingers
of her right hand, rolls a strange ring she wears on
her middle finger of her left hand. She listens attentively
 and politely, though she’s a bit absentminded although
 somewhat vaguely prepared. Silence. The dusty crystals
of the chandelier gleam occasionally. The voice of the old
gardener is heard outside in the garden, perhaps he was
talking to a bird, or a dog or a flower; soon after
the cicadas were heard in a strange musical furor. Then,
the old Lady, as if encouraged and protected by that
confusing tumult, started talking in a reserved manner
which didn’t conceal her distant inexplicable serenity.
A bird sat on the window ledge as if agreeing. Then
it flew away.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s