Übermensch, poetry by Manolis Aligizakis

     Βαθειά μας νιώσαμε η ώρα είχε έρθει, από τ’ ανέμου
το ανατρίχιασμα κι απ’ της δροσιάς την πρωϊνή τη μελωδία
απ’ του κοιμητηρίου το παράξενο φως, κι απ’ της παχιάς
γυναίκας το γελάκι, το αισθανθήκαμε η ώρα είχε έρθει για
να φανερωθεί ο Υπεράνθρωπος μ’ όλη τη δύναμή του,
με την απλότητα χρυσάνθεμων και με του κατωφλιού
την ταπεινοφροσύνη το ξέραμε πως θα εμφανιζόταν
ο Υπεράνθρωπος.
     Κι εμείς προσευχηθήκαμε γαληνεμένα τα ταξίδια μας
κι οι κάβοι που το ατέλιωτο αγνάντευν να `ναι ιεροί,
κάθε αυγή υάκινθοι το χώμα να τρυπούν ίσαμε κείνο
το πρωϊ που θα παρουσιαζόταν ο Υπεράνθρωπός μας.
We sensed deeply the time had come. From the shiver
of the wind and the melody of morning dew, from
the strange light over the cemetery and the laughter 
of the fat woman, we knew time had arrived when
He would appear, the Übermensch with all His power
in the chrysanthemums’ simplicity, in the humility
of the front step of our house, we knew it, our
Übermensch would appear.
But tell me, if you can, how the widow spent her first
night of loneliness? And we prayed for smooth sailings,
for rocky promontories that gazed the infinite, let them
be holy, and for the hyacinths that poked the soil in every
frosty March until finally He arrived: our Übermensch.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s