Tasos Livaditis-Poems, Volume II

Tasos Livaditis-Poems, Volume II
Night Visitor 1972
 
Ο ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ
 
     Την άλλη νύχτα ξανάρθε, κι όπως ανέβαινα, σκέφτηκα τα ραπί-
σματα στο πρόσωπο του Ιησού, που αναλήπτονταν τώρα κι αυτά
μαζί του, «επιτέλους, ποιός είσαι;» ρώτησα, «πάντα ήμουν αλλού»
είπε,, κι οι τοίχοι ράγισαν απ’το θανάσιμο αμάρτημα,
     εγώ, γονατισμένος κάτω στο πάτωμα, έγλυφα αυτή την κηλί-
δα από μια παλιά παιδική γιορτή, δυαντός αέρας φυσούσε στο
διάδρομο, ο φωταγωγός είχε γεμίσει φωνές, ματωμένα πανιά, δού-
λες βογγούσαν στο υπόγειο,
     κάποιο έγκλημα γινόταν χρόνια στο σπίτι, κι όταν το αίμα έτρε-
ξε κι έφτασε μέχρι κάτου στα ακλοπάτια, είδα τις μέρες μου σαν
τις νεκρές ψείρες στο φτωχό φέρετρο των απόρων,
     και τις νύχτες ταξίδευα με τον παλιό καναπέ, ήτα βέβαια κι οι
ανταύγειες του κεριού που ανοίγαν \τους τοίχους, μα πιο βοη-
θούσαν οι ταπεινώσεις,
    κι όταν έφεξε η αυγή, ο εφημέριος δίπλωσε σε μια εφημερίδα το
κομμένο κεφάλι μου, σαν δανεισμένη εικόνα
 
 
Priest
 
 
He returned the next night and as he was climbing
I was thinking of the slaps on Jesus’ face which were
also ascending with him. “Finally, who are you?” I asked;
“I was always somewhere else”, he said and the walls
cracked of the deadly sin.
I, kneeling on the floor, licked that stain from an old
childhood celebration, strong wind was blowing
in the hallway, the skylight was filled with voices and
bloodied cloths while the servant girls moaned
in the basement.
A certain crime was unfolding in the house and when
blood flowed up to the stairway I saw that my days
resembled dead lice on the coffins of the needy and
at night I traveled with an old sofa as the reflections
of the candles, of course, opened the walls, although
humiliation helped a lot and when dawn came the priest
wrapped my severed head with a newspaper like
a borrowed icon.