Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry 1750-2018

       ΚΑΜΙΑ φορά, ξυπνάω τη νύχτα, ανάβω τη λάμπα και στέκο-

μαι εκεί, απέναντι στον ξένο, το πρωί βέβαια, δεν έμενε τίποτα,

μονάχα ένα ανεπαίσθητο σημάδι, που θα μπορούσε να το πάρει κα-

νείς για μια σταγόνα κερί, ενώ ήταν ίσως το ασυγχώρητο που

κανείς δεν το`βλεπε, μόνο το παλιό λησμονημένο όργανο ακουγό-

ταν στο υπόγειο, και θα `πρεπε να `χω θάψει, Θεέ μου, από καιρό

τα ενθύμια, γιατί και το αναπόφευκτο έτσι ελάχιστα αρχίζει,

      καθόμουν, λοιπόν, τις νύχτες στη σκάλα περιμένοντας αυτόν

που θα νικούσε τον σιωπηλό κόσμο, και θα `παιρνε τη μεγάλη βελό-

να του πλεξίματος που κρατούσα, σαν τις γυναίκες, την ώρα που οι

άλλοι κοιμούνται, αφηρημένες πάνω στο εργόχειρο, έχουν ακολου-

θήσει κιόλας εκείνον που αιώνια μας προσπερνά.

        SOMETIMES during the night I wake up Ι light the lamp and

stand there opposite the foreigner; at daybreak of course nothing was

left but an imperceptible mark that one could take as a drop of

wax while it was, perhaps the unforgivable which no one could see

only the old forgotten organ was heard in the basement, oh God,

I should have long ago buried all the mementos because even

the inescapable commences as simple as that, 

      yet at night I would sit by the stairs and wait for the one who

would defeat the silent world and would take the big needle of cross

stitching I held like women who while the others were asleep,

lost in their embroidery, have already followed the one who

forever walks ahead of us.

Wheat Ears-Selected Poems

Insistence

A mother laments for the end

that attacks impetuously

and you write your little poems

about the little trees and the chickadees

even if no one ever reads them

unless the wind stops blowing

and comes curiously near them

to take them to the opposite side

where even the dead orate poems

and you said —

again I shall try to transform

the cricket’s song

into a shiver