Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III


Ύστερα τίποτα. Μήτε κατάρες πια και μήτε επευφημίες. Μόνη μορφή ελευθερίας
απόμεινε η σιωπή. Στα εγκαταλελειμμένα περιβόλια
θεριεύαν οι τσουκνίδες, τα σπερδούκλια και κάτι παράξενα αγκάθια
με άγνωστα χρυσαφιά λουλούδια σαν αστέρια ερήμωσης. Τα πηγάδια στερέψαν —
αν έριχνες μια πέτρα χτυπούσε στην πέτρα, κι ο ήχος συνεχιζόταν
σ’ ένα ατελεύτητο βάθος ώς την άλλη μεριά. Κι αν κοιταζόσουν μέσα,
ένα μονάχο μάτι, σκοτεινό, χωρίς τσίνορα, σε κοιτούσε κατάματα,
κάνοντας κοίλο ολόκληρο το πρόσωπό σου σα μια ξέβαθη τρύπα.

Αργότερα έπιασαν μεγάλα κρύα. Κοπάδια λύκοι κατεβαίναν
στα χωριά και στην πόλη. Όλοι κλειδώνονταν στα σπίτια. Χιόνισε κιόλας.
Ένα απερίγραπτο άσπρο είχε σκεπάσει τις στέγες, τα δέντρα, τη μνήμη,
σαν ευλάβεια, σαν άφεση, —καθώς εκείνο το πέπλο που σας έλεγα—
και πίσω του διακρίνονταν όλο το μαύρο, ατεμάχιστο, ανώδυνο, ήρεμο.

Then there was nothing. No cursing, nor applauding;

silence the only form of freedom was left. The nettles

grew wild in the abandoned orchard, the asphodels too

and some strange thorns with some unknown golden

flowers like lonely stars. The water wells dried up,

if you threw a stone in them it would hit another stone

the echo was carried to an endless depth all the way to

the other side and if we looked at ourselves in them,

one single eye would look straight in your eyes turning

your face into a concaveness shallow hole.

Later on it turned quite cold. Herds of wolves came

down to the villages and the city. People locked

their houses. It also snowed. An indescribable white

covered the roofs, the trees, memory, like piety or

remission, like that peplum I mentioned, and all

the black, whole, unregretful, serene was behind it.

Wheat Ears – Selected Poems


And we were young, untried

voices, silent, contemplative,

crisp peaches, fresh summer songs

touch of a rose at dawn,

innocence, royalty effusing

each of us having a universe

in our hand like a marble

and they armed us and took us

to the borders; they bestowed death

unto our scopes with the accuracy

of surgeon and what could we do

with such instruments and with targets

standing at the edge of the plain

laughing and scolding us?

We started shooting against

anything moving with such a strange joy

that even now after all these years

I can’t explain

and having taught us how to kill

they euphemized us

by ultimately calling us heroes