Wheat Ears-Selected Poems


The lantern’s wisdom I embrace

and the narrow path in front

I unfold with all good inspiration

for the discovery of the one.

Sardonic laughter

ironic smiles short

ever short images of

stolen gazes

when a young sun struggles

to transform the world

into golden miracles.

Human banality

that overcomes

all the dreams of dreamers.

A lantern’s wisdom I present

to my feet

for my feet to follow perhaps

this morning perhaps today

I’ll find Him.

Perhaps this morning

I’ll find the one

who sees man like a man.

Perhaps today

I’ll get to meet the One

who doesn’t stay at the color

of garment or skin

who doesn’t esteem

the value of a bank account

or the number of missiles

pointed against the other man.

Tired footsteps in the agora and

and in the arena

and in the matador’s dreams

as I endure the ridicule of

the inexistent life forms

as I endure the pain of searching

for a piece of the endless blue sky.

Tired footsteps up the steep

face of daylight and the blind

hands of the moonlight.


Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry 1750-2018

Poem by Chloe Koutsoubelis

Η φωτογραφία

Ενώ είμαστε μαζί αγκαλιασμένοι

(απόδειξη το χέρι σου στην πλάτη μου)

φυσάει αγέρας, φορώ ένα γκρι παλτό,

φύλλα στροβιλίζονται και πέφτουν  

«για πάντα δικός σου», ψιθυρίζεις

ενώ στο φόντο πίσω φαίνονται τα κάρβουνα

τα λευκά άλογα

ο λάκκος με τους νεκρούς

το δέντρο με τα κεφάλια στα κλαδιά

η σιωπηλή διαδήλωση στους τάφους

οι άνθρωποι με τα κεριά

που πενθούν βουβά

ενώ βρέχει σκοτάδι,

κι ενώ όλα αυτά συμβαίνουν,

από την φωτογραφία

χάνεται το πρόσωπό σου

κι αυτή η απώλεια,

τόσο μικρή μέσα στο νεκρικό Σύμπαν

που μας τυλίγει,

αυτή ακριβώς η ασήμαντη απώλεια

είναι που δίνει στην φωτογραφία

την ανεκτίμητη αξία 

του οριστικά χαμένου.

The Picture

While we embrace  

(proof is your arm around my back)

it’s windy, I wear a gray overcoat

leaves swirl falling

forever yours you whisper while

in the background the coals appear

the white horses

the pit: full of dead

the tree with heads hanging from its branches

the silent declaration of grave sites

people with candles

grieve silently

as it rains darkness and

while all this happens

your face vanishes

from the picture and

this loss, so small in the dead Cosmos 

that surrounds us

this exact insignificant loss

gives this picture

the priceless value

of the for ever lost.


Constantine P. Cavafy


Είν’η προσπάθειές μας, τών συφοριασμένων

είν’ η προσπάθειές μας σάν τών Τρώων.

Κομμάτι κατορθώνουμε  κομμάτι

παίρνουμ’ επάνω μας κι αρχίζουμε

νάχουμε θάρρος καί καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει καί μάς σταματά.

Ο Αχιλλεύς στήν τάφρον εμπροστά μας

βγαίνει καί μέ φωνές μεγάλες μάς τρομάζει.—

Είν’ η προσπάθειές μας σάν τών Τρώων,

Θαρούμε πώς μέ απόφασι καί τόλμη

θ’ αλλάξουμε τής τύχης τήν καταφορά,

κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Αλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,

η τόλμη κ’ η απόφασίς μας χάνονται

ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει

κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε

ζητώντας νά γλυτώσουμε μέ τήν φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,

στά τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.

Τών ημερών μας αναμνήσεις κλαίν κ’ αισθήματα.

Πικρά γιά μάς ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.


Our efforts are like those of the unfortunate;

like the efforts of the Trojans.

We succeed a bit; we regain

our confidence; and we start feeling

brave and having high hopes.

But always something comes up and stops us.

Achilles appears in front of us in the trench

and with loud shouts frightens us back.—

Our efforts are like those of the Trojans.

We think that with resolution and boldness

we can reverse the downhill course of fate,

and we stand outside ready to fight.

But when the great crisis comes,

our boldness and resolution vanish;

our soul is shaken, paralyzed;

and we run around the walls

trying to save ourselves by running away.

And yet our fall is certain. High up,

on the walls, the dirge has already started

mourning memories and auras of our days.

Priam and Hecuba weep bitterly for us.


Ένα «ζωντανό μουσείο υδροκίνησης στο Ανθοχώρι Μετσόβου – Βίντεο


Στα 1100 μέτρα υψόμετρο, στους πρόποδες του Λάκμου, στην καρδιά της Πίνδου, δύο νέοι άνθρωποι, ο Γιάννης Γεωργίου και αδελφός του Γιώργος, κτίζουν το μέλλον τους μέσα από την παράδοση του τόπου τους.

View original post 453 more words

Maurice Blanchot, Η τρέλα της ημέρας

Ενύπνια Ψιχίων

Είμ’ εγωιστής; Μόνο για μερικούς ανθρώπους αισθάνομαι κάτι, οίκτο για κανέναν, επειδή σπάνια νιώθω την ανάγκη να αρέσω, σπάνια την ανάγκη να μου αρέσουν, κι εγώ, που για τον εαυτό μου δεν αισθάνομαι σχεδόν τίποτα, μόνο μέσα τους υποφέρω, έτσι ώστε και η παραμικρή ενόχλησή τους μού γίνεται απέραντη δυστυχία κι ωστόσο, αν χρειαστεί, χωρίς δεύτερη κουβέντα τους θυσιάζω, τους αφαιρώ κάθε αίσθημα ευτυχίας (είναι και φορές που τους σκοτώνω). [Σελ. 13]

Πρέπει να το παραδεχτώ: έχω διαβάσει πολλά βιβλία. Όταν εγώ εξαφανιστώ, όλοι αυτοί οι τόμοι ανεπαίσθητα θ’ αλλάξουν· όσο μεγαλύτερα τα περιθώρια, τόσο πιο άνανδρη η σκέψη. Ναι έχω μιλήσει σε πάρα πολλούς ανθρώπους, αυτό είναι κάτι που μ’ εντυπωσιάζει σήμερα· το κάθε άτομο υπήρξε για μένα ένας λαός. Αυτός ο απέραντος άλλος με απέδωσε στον εαυτό μου πολύ περισσότερο απ’ όσο θα ήθελα. Τώρα, η ζωή μου έχει μια σταθερότητα εκπληκτική· ακόμα και οι θανάσιμες αρρώστιες με…

View original post 32 more words