Wheat Ears – Selected Poems


He stops shaving razor floating in air

hand absentmindedly creates a circle in mid-void

like a bird stilled by camera lens

her scandalous vulva visits his mind

from days of that August

on the scorched island

in low tone siesta

in muffled moaning

lest the mirror would crack from tension

in the cool soothing room

before his eyes

finger in circular motion

swirling eroticism

higher and higher

near a shuddering apex

wind, pandemonium

lust and a red colored

Lucifer laughs sardonically

as the razor touches his flesh

opening it

like hers

reddish color


Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry 1750-2018

Poem By Odysseus Elytis


         You never gave me wealth

always devastated by the races of Continents

         and always praised by their arrogance!

The North took the grapevine

        and the South took the Wheat Ear

buying out the direction of the wind

         and profanely cashing in the trees’ wealth

two or three times.

         But I knew nothing

other than the thyme in the sun’s pin

         and I felt nothing

but the water drop on my unshaven beard

         yet I laid my rough cheek on the stone’s rougher

century after century.

         I slept on the concern of my tomorrow

like the soldier by his rifle.

         And I searched for the compassion of the night

like an ascetic his God.

         Out of my sweat they created a diamond

and secretly they replaced

         the virgin of my glance.

They weighted my joy and they found it light, they said,

         and they stepped on it like an insect.

They stepped on my joy and encased it in stone

         and lastly they left me the stone

a horrible likeness of me.

         They strike it with a heavy axe, they bore it with a sharpened scalpel

they carve my stone with a bitter chisel.

         And as time erodes the matter, the prophesy emerges

clearly out of my face:




Γιώργος Θέμελης: Ακολουθία (XIII)

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Ακολουθία (XIII)

Τα παράθυρα της καθημερινότητας κουράστηκαν
Να μοιράζονται το ψωμί και τη θλίψη μας σκεπάζοντας το πρόσωπο.
Μονάχα τα παράθυρα της αγάπης αντέχουν στον άνεμο
Με την ανυπομονησία τους γεμάτην ήλιους και θάλασσα που δε βουίζει,
Γιατ’ έχει περάσει απ’ την ηχώ στην αφασία, από τη θύελλα
Στους κόλπους της νηνεμίας, κι έχει αποβάλει τη στολή
Μένοντας γυμνή κι αόρατη σαν τα θαλασσοπούλια του άλλοτε.
Όμως μιλεί την πιο δικιά της γλώσσα που δεν ακούγεται
Παρά μονάχα σε κάποιες σιωπές, σε κάποιες παύσεις με λευκά διαστήματα.

Μας συνοδεύουν τα παράθυρα της αγάπης γεμάτα αστερισμούς,
Ιχθύς, που σαλεύουν στο δέρμα τους χωρίς ν’ απλώνουν την κίνηση
Σαν ένα αυλάκι φευγάτου καραβιού στην πιο αβέβαιη επιφάνεια,
Χωρίς πτερύγια που ξεσηκώνουν τον άνεμο.

Όλα τούτα έγιναν διάφανα εμβλήματα πάνω στο στήθος τους,
Μυστικά σημεία μιας προσδοκίας που αναμένεται,
Για να γνωρίζονται, για να γνωρίζουν τον εαυτό τους, όταν σημάνουν τα σήμαντρα.


View original post 21 more words