Übermensch – poetry by Manolis Aligizakis


     Κάτι ασυνήθιστο πάντα συνέβαινε όταν συναντούσαμε

ένα παλιό μας φίλο που για πολύ καιρό δεν είχαμε δει.

Θα μας έσφιγγε το χέρι και θα ρώταγε για την υγεία μας

σαν να `τανε κάτι σπουδαίο, κι εμείς προσπαθούσαμε

να κρυφτούμε πίσω απ’ τις λέξεις που δεν είχαν ειπωθεί,

λέξεις της μαναξιάς που πάντα τις κρατούσαμε δικές μας.

     Τέλος πάντων, τι να πει κανείς να ανησυχήσει

τον παλιό μας φίλο, για τη ρουτίνα μιας δουλειάς κι

ενός μισθού που καν δεν έφτανε για τ’ απαραίτητα 

και ο προδότης που κρύβονταν πάντα στη σκιά

της πόρτας.

     Γι’ αυτό και κλαίγαμε διακριτικά πίσω απ’ τον τοίχο

ή κάτω απ’ το κρεβάτι όταν ήμασταν μονάχοι ή 

συντροφιά με τους πάντα πεινασμένους σπουργίτες.

~Μου αρέσουν όσοι επιθυμούν λίγες αρετές. Η μια είναι

περισσότερη από δυο,γιατί αυτή έχει περισσότερα στηρίγματα

για να στηρίζεται το πεπρωμένο.


Something unusual would always happen when we met

an old friend who we hadn’t seen for a while. He’d shake

our hand and ask of our well-being as it was something

important and we tried to hide behind unspoken words,

relating our loneliness, news we always kept to ourselves.

After all what could one say to an old friend to make him

feel concerned? Our everyday things, our routine, the job,

the wages never which were never enough for the necessities

and always the traitor behind the shadow the door? For

this we always cried behind the wall or alone under

the bed-sheets unless we could hear the sparrows, our

forever hungry friends.

I like those who prefer a few virtues. One is better

than two when one has more means to uphold destiny.



Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s