Yannis Ritsos – Poems, Volume I

The Undecided

With time performances become less and less Same as the
The sub-floor hollow gives way It cannot hold up the
weight of a stone or a footstep A man
slowly-slowly removes the excess so
he can at least hover in midair He walks
next to the telegraph wires Sometimes in the evenings
he touches street lights up high trying
to see the reaction to his touch Between his teeth
he keeps the scissors of total blackout without
ever using them Perhaps he is afraid
the twisting together of the wires or even more so
the one sitting down there on the last chair
on the sidewalk of the well-lit patissiere
drinking with thoughtful calm slow gulps
a yellow drink from the large shining glass


Constantine P. Cavafy – Poems


Ο ηθοποιός που έφεραν για να τους διασκεδάσει

απήγγειλε και μερικά επιγράμματα εκλεκτά.

Η αίθουσα άνοιγε στον κήπο επάνω

κ’ είχε μια ελαφρά ευωδία ανθέων

που ενώνονταν με τα μυρωδικά

των πέντε αρωματισμένων Σιδωνίων νέων.

Διαβάσθηκαν Μελέαγρος, και Κριναγόρας, και Ριανός.

Μα σαν απήγγειλεν ο ηθοποιός

«Αισχύλον Ευφορίωνος Αθηναίον τόδε κεύθει—»

(τονίζοντας ίσως υπέρ το δέον

το ‘αλκήν δ’ ευδόκιμον’, το ‘Μαραθώνιον άλσος’),

πετάχτηκε ευθύς ένα παιδί ζωηρό

φανατικό για γράμματα, και φώναξε

«Ά, δεν μ’ αρέσει το τετράστιχον αυτό.

Εκφράσεις τοιούτου είδους μοιάζουν κάπως σαν λειποψυχίες.

Δόσε—κηρύττω—στο έργον σου όλην την δύναμί σου

όλην την μέριμνα, και πάλι το έργον σου θυμήσου

μες στην δοκιμασίαν, η όταν η ώρα σου πια γέρνει.

Έτσι από σένα περιμένω κι απαιτώ.

Κι όχι απ’ τον νού σου ολότελα να βγάλεις

της Τραγωδίας τον λόγο τον λαμπρό—

τί Αγαμέμνονα, τί Προμηθέα θαυμαστό

τί Ορέστου, τί Κασσάνδρας παρουσίες,

τί Επτά επί Θήβας—και για μνήμη σου να βάλεις

μ ό ν ο  που μες στων στρατιωτών τες τάξεις, τον σωρό

πολέμησες και συ τον Δάτι και τον Αρταφέρνη.»


The actor they brought to entertain them

also recited a few excellent epigrams.

The hall opened out into the garden;

and had a light fragrance of flowers

that blended with the scents

of the five perfumed young men from Sidon.

They read Meleargos, and Krinagoras, and Rianos.

But when the actor recited,

“here lies Aeschylus the Athenian son of Euforion”—

(stressing perhaps more than necessary

the “famous in his valor”, the “Marathonian Grove”),

suddenly a lively young man,

a fanatic of letters, got up and shouted;

“Ah, I don’t like that quatrain at all.

Such phrases somehow seem like cowardice.

Give—I urge you—all your strength to your work,

all your care, and again remember of your work

in times of trial, or when your time has come.

That’s what I demand and expect of you.

Don’t ever dismiss from your mind

the brilliant Word of Tragedy—

Agamemnon, the admirable Prometheus,

Orestes’, and Kassandra’s presentations,

the Seven Against Thebes—and keep in your memory

that only in the ranks of the soldiers, as one

with the masses, you too fought against Dates and Artafernes.”